Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

Εμφυτεύματα στήθους και ευθύνη της εταιρίας πιστοποίησης


Το 2008, η Elisabeth Schmitt υποβλήθηκε στη Γερμανία σε επέμβαση τοποθετήσεως εμφυτευμάτων στήθους τα οποία είχαν κατασκευαστεί στη Γαλλία. Το 2010, οι γαλλικές αρχές διαπίστωσαν ότι ο γάλλος κατασκευαστής είχε παρασκευάσει τα εμφυτεύματα στήθους από βιομηχανική σιλικόνη που δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ποιότητας και, συνεπεία τούτου, η Ε. Schmitt υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαιρέσεως των εμφυτευμάτων της. Ο κατασκευαστής εν τω μεταξύ πτώχευσε.

Ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, η Ε. Schmitt ζητεί από την TÜV Rheinland, τον οργανισμό στον οποίον ο κατασκευαστής ανέθεσε την αξιολόγηση του συστήματός του ποιότητας στο πλαίσιο της πιστοποίησης ΕΚ, αποζημίωση ύψους 40 000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη. Ζητεί, επίσης, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της TÜV για αποκατάσταση τυχόν μελλοντικών υλικών ζημιών. Κατά την άποψή της, αν η TÜV είχε ελέγξει τα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια, θα ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι ο κατασκευαστής δεν είχε χρησιμοποιήσει εγκεκριμένη σιλικόνη.

Κατά το Bundesgerichtshof (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο, Γερμανία), προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη της TÜV, ο εν λόγω οργανισμός πρέπει να έχει παραβεί είτε έναν παρέχοντα προστασία κανόνα, είτε μια συμβατική υποχρέωση. Προκειμένου να είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη τέτοιας παραβάσεως, το Bundesgerichtshof ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει προηγουμένως τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία, δηλαδή την οδηγία 93/42 περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων 1. Η οδηγία αυτή εναρμονίζει τις απαιτήσεις, τις οποίες πρέπει να πληρούν τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, όπως τα εμφυτεύματα στήθους, προκειμένου να είναι δυνατή η διάθεσή τους στην αγορά. Ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη διαδικασία σχετικά με τη δήλωση πιστότητας ΕΚ, καθώς και τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών που παρεμβαίνουν στο πλαίσιο του συστήματος αυτού για τη διασφάλιση της ποιότητας.

Με την απόφαση που εξέδωσε σήμερα, το Δικαστήριο απαντά ότι, κατά την οδηγία αυτή, ένας κοινοποιημένος οργανισμός ο οποίος, όπως η TÜV, παρεμβαίνει στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη δήλωση πιστότητας ΕΚ, δεν οφείλει γενικώς να πραγματοποιεί αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις, να ελέγχει τα προϊόντα και/ή να εξετάζει τα επιχειρησιακά έγγραφα του κατασκευαστή. Εντούτοις, οσάκις υφίστανται ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ένα ιατροτεχνολογικό προϊόν ενδέχεται να μη συνάδει προς τις απαιτήσεις που απορρέουναπό την οδηγία, ο οργανισμός αυτός οφείλει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο προς εκπλήρωση των προβλεπόμενων από την οδηγία υποχρεώσεών του 2.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ότι η παρέμβαση του κοινοποιημένου οργανισμού στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη δήλωση πιστότητας ΕΚ αποβλέπει στην προστασία των τελικών αποδεκτών των ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Εντούτοις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η εκ μέρους του οργανισμού αυτού υπαίτια παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται από την οδηγία στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας μπορεί ενδεχομένως να θεμελιώσει την ευθύνη του έναντι των αποδεκτών, διέπονται από το εθνικό δίκαιο, υπό την επιφύλαξη των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. 
___

1 Οδηγία 93/42/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί των ιατροτεχνολογικών προϊόντων (ΕΕ 1993, L 169, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ 2003, L 284, σ. 1). Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 (ΕΕ 2007, L 247, σ. 21). Εντούτοις, οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν διατάξεις εφαρμοστέες από την 21η Μαρτίου 2010 οι οποίες, κατά συνέπεια, δεν ασκούν επιρροή στο πλαίσιο της προκειμένης διαφοράς. 


2 Μεταξύ των υποχρεώσεων αυτών συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η διασφάλιση ότι ο κατασκευαστής πληροί δεόντως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το εγκεκριμένο σύστημα και η διαπίστωση, ενδεχομένως, ότι μπορεί να διατηρηθεί η πιστοποίηση ΕΚ

Το κείμενο αναπαράγει το Δελτίο Τύπου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2017

Πρόστιμο στο μετρό για άρνηση χορήγησης δεδομένων

Πρόστιμο 10.000 ευρώ επιβλήθηκε από την Αρχή, επειδή το μετρό δεν χορήγησε αντίγραφο του βίντεο που εικονίζει περιστατικό με αστυνομικό που κατήγγειλε ο Μανώλης Τρίκας (βλ. εδώ). Η Αρχή με την απόφαση 16/2017 διατάσσει την ΣΤΑΣΥ ΑΕ να ικανοποιήσει αμελλητί το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στα προσωπικά δεδομένα του και "να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες ώστε να διασφαλίζεται ότι θα είναι σε θέση να ανταποκρίνεται ως υπεύθυνος επεξεργασίας σε κάθε άσκηση δικαιώματος πρόσβασης από υποκείμενα των δεδομένων". Η Αρχή ασχολήθηκε κατόπιν προσφυγής που υποβάλαμε τον Σεπτέμβριο. Το πρόστιμο εισπράττεται από το κράτος.

Το μέτρο είχε ισχυριστεί ότι δεν μπορεί να δώσει το βίντεο γιατί δεν διαθέτει εξοπλισμό θόλωσης των προσώπων των άλλων ατόμων που εικονίζονται σε αυτό.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 20, 2017

Ταυτότητα φύλου χωρίς χειρουργείο και χωρίς ορμόνες

Με την απόφαση 1572/2016 του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε ένα ακόμη βήμα για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου χωρίς υπέρμετρες ιατρικές προϋποθέσεις. Είχε προηγηθεί η απόφαση 418/2016, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η χειρουργική αφαίρεση αναπαραγωγικών οργάνων θα ήταν προϋπόθεση αντίθετη στα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην πιο πρόσφατη απόφαση, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι γενικά οι ιατρικές επεμβάσεις δεν είναι υποχρεωτικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, συμπεριλαμβανομένης και της ορμονικής θεραπείας. Στο αποτέλεσμα αυτό κατέληξε το Δικαστήριο, καθώς στα δικόγραφά μας και στον φάκελο είχαμε συμπεριλάβει και όλα τα σχετικά επίσημα έγγραφα του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.

Έτσι, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, πηγαίνοντας ένα βήμα ακόμη πιο πέρα από την προηγούμενη απόφασή του 418/2016, έδωσε και ορισμό της "ταυτότητας φύλου", για πρώτη φορά σε Ελληνική δικαστική απόφαση, ακολουθώντας τους ορισμούς των Αρχών της Yogyakarta, καθώς και του π. Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης Thomas Hammarberg, στο έργο του "Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου".

 Το αίτημα υποβλήθηκε από άτομο που ζητούσε την μεταβολή της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του από θήλυ σε άρρεν, χωρίς να έχει προχωρήσει σε χειρουργικές επεμβάσεις αναπαραγωγικών οργάνων αλλά ούτε και στο στήθος, έχοντας υποβληθεί μόνο σε ορμονική θεραπεία. Το Δικαστήριο στην απόφασή του έκρινε ότι και η ορμονική θεραπεία δεν μπορεί να τεθεί ως προϋπόθεση (παρόλο που συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση). Το σκεπτικό της απόφασης έχει ως εξής:


"ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 
ΤΜΗΜΑ ΕΚΟΥΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ


Α ρ ι θ μ ό ς  Α π ό φ α σ η ς 
1572/2016
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη ******, τον οποίο όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, και από την Γραμματέα *******.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2016, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση: 
Της ********************************, κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σωτηρόπουλου Βασίλειου, δικηγόρου Αθηνών (ΑΜ ΔΣΑ 27027).
Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από *********** αίτησή της, διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης ****** και προσδιορίστηκε για την ανωτέρω δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις του.

Μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η αίτησή της και να βεβαιωθεί, με σκοπό διόρθωσης της με αριθμό **** ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως (τόμος ***, έτος ****) – βαπτίσεως του Ληξιάρχου του Δήμου **** οτι το φύλο της αιτούσας είναι “ΑΓΟΡΙ”, αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “ΚΟΡΙΤΣΙ”, το δε κύριο όνομα αυτής είναι “*****”, αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “*****” και το επίθετο “*****”, αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “******”, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον. 
Με το περιεχόμενο αυτό, η αίτηση που κρίνεται, φέρεται αρμόδια στο παρόν δικατήριο και εκδικάζεται  κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 739, 740 παρ. 1 και 782 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 Ν.344/1976 και 782 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. Χρήζει, συνεπώς, η περαιτέρω έρευνα της αίτησης, δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η προδικασία που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (με αριθμό ********* έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ****** προς τον κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στον ατομικό και εσωτερικό τρόπο που βιώνεται το φύλο από κάθε άτομο και που μπορεί να συμπίπτει ή όχι με το αποδοθέν κατά τη γέννησή του φύλο, συμπεριλαμβανομένου του πώς βιώνει προσωπικά το σώμα (που θα μπορούσε να συνεπάγεται τροποποίηση της εμφάνισης ή της λειτουργίας μέσω ιατρικών, χειρουργικών ή άλλου τύπου μέσων, πάντα με την προϋπόθεση της ελεύθερης επιλογής) και άλλες εκφράσεις φύλου που περιλαμβάνουν την ένδυση, τον τρόπο ομιλίας και την συμπεριφορά (Αρχές για την Εφαρμογή του διεθνούς δικαίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ταυτότητα φύλου). O όρος “ταυτότητα φύλου” αναφέρεται στην ατομική και εσωτερική εμπειρία του φύλου, η οποία μπορεί να μην βρίσκεται σε ευθεία αντιστοιχία με το φύλο που γεννιέται και εσωκλείει την προσωπική αισθηση του σώματος και του φύλου (δηλ. έκφραση φύλου) και τούτο μπορεί να εκφραστεί στο ντύσιμο, τον τρόπο ομιλίας, τους τρόπους συμπεριφοράς (“Ανθρώπινα Δικαιώματα και ταυτότητα φύλου” - THOMAS HAMMARBERG). Aπό την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάτηκε στο ακροατήριο, τα έγγραφα που η αιτούσα προσκομίζει και επικαλείται προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα γεννήθηκε την ********** στην Αθήνα, συνετάγη δε προς τούτο η με αριθμό **** (τόμος *****, έτος *******) ληξιαρχική πράξη γένησης από τον Ληξίαρχο του Δήμου ********.  Στην ως άνω ληξιαρχική πράξη αναγράφεται το κύριο όνομα που έλαβε “********”, το φύλο “*********” και το επώνυμο “*******”. Ήδη από την ηλικία των 4 ετών η αιτούσα παρουσίασε συμπτώματα διεμφυλικής διαταραχής (θήλυ προς άρρεν), ητοι η προσωπικοτητά της αναπτύσσεται περισσότερο προς τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε άρρενα άτομα και οι επιλογές της τόσο στην εμφάνιση (ενδυμασία, κόμμωση, υπόδυση) όσο και στα ενδιαφέροντα του ελεύθερου χρόνου ταυτίζονταν με τις επιλογές των αρρένων παρά με αυτές των θηλέων. Περαιτέρω, από την εφηβεία της αισθάνεται έλξη για τα άτομα του γυναικείου φύλου, χωρίς να επιθυμεί σχέσεις ως ομοφυλόφιλο άτομο, αλλά ως άρρεν. Αποφάσισε έτσι να ακολουθήσει ορμονική θεραπεία, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί η βιολογική της ταυτότητα με την ταυτότητα του φύλου της. Σύμφωνα με την από **** 2011 ψυχιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου κ. ****** η αιτούσα διαγνώστηκε με διαταραχή ταυτότητας φύλου. Επίσης, σύμφωνα με την από ****-2015 ιατρική γνωμάτευση του ενδοκρινολόγου ιατρού ****** επιβεβαιώνεται η διεμφυλική διαταραχή της αιτούσας και έγινε έναρξη θεραπείας με τεστοστερόνη το 2010. Σχετική είναι και η από ******-2016 ιατρική βεβαίωση της ενδοκρινολόγου ιατρού ******. Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ιατρική Γνωμάτευση του Ψυχιάτρου – Ψυχοθεραπευτή *******, από *****-2016 η αιτούσα έχει μεταβεί επιτυχώς στο επιθυμητό φύλο, τόσο ό,τι αφορά την ψυχοκοινωνική προσαρμογή όσο και σε ό,τι αφορά την αρρενοποίηση των επιμέρους χαρακτηριστικών του φύλου με την απαραίτητη επικουρική ορμονοθεραπεία. Η αλλαγή των στοιχείων στην ταυτότητά της συνιστάται ως απολύτως αναγκαία υπερ της προάσπισης της καλής ψυχικής υγείας και υπέρ της περαιτέρω εξασφάλισης της ποιότητας ζωής, προσωπικά και κοινωνικά. 
Το να ζητείται η πρόκληση μόνιμης στειρότητας ή άλλης χειρουργικής επέμβασης σαν προαπαιτούμενο της νομικής αναγνώρισης του επιθυμητού φύλου ενός ατόμου, δείχνει ότι δεν λαμβάνεται υπ' όψιν το γεγονός ότι ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι συχνά επιθυμητές από διεμφυλικά άτομα, συγχρόνως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ακόμη μία επέμβαση τέτοιου τύπου δεν είναι πάντοτε ιατρικώς δυνατή, διαθέσιμη ή προσιτή από οικονομικής άποψης, ειδικώς όταν δεν καλύπτεται οικονομικά – ασφαλιστικά (Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου, THOMAS HAMMARBERG). Aκόμη, η νομική αναγνώριση του φύλου ενδέχεται να εξαρτάται από υπερβολικές απαιτήσεις, όπως είναι η απαίτηση για την απόδειξη στειρότητας ή αδυναμία τεκνοποίησης με φυσικό τρόπο, χειρουργικής αλλαγής φύλου, ορμονικής θεραπείας. Τα ανωτέρω προσκρούουν στο δικαίωμα για ισότητα και μη επιβολή διακρίσεων των άρθρων 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και του άρθρου 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΙCESCR) (Σημείωμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απο 24-6-2013 – COHOM 134 COPS 251 PESC 775). Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι το ανδρικό φύλο, το όνομα ********* και το επώνυμο *********  αποτελούν για την αιτούσα απαραίτητα και μόνιμα χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικότητάς της με τα οποία την γνωρίζουν στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Η υφισταμένη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εμφάνιση της αιτούσας και στην επίσημη ταυτοποιησή της με το δελτίο ταυτότητας δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στην καθημερινή ζωή της αιτούσας και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή σύγχυση στις συανναλλαγές της (αιτούσας). Συνεπώς είναι  προφανής η ανάγκη να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση υφισταμένου άμεσου εννόμου συμφέροντος κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει  παρούσας της αιτούσας.
Δέχεται την αίτηση.
Ββαιώνει με σκοπό την διόρθωση της με αριθμό ***** τόμος *****, έτος ******  ληξιαρχικής πράξης γέννησης – βάφτισης που έχει συνταχθεί από τον Ληξίαρχο του Δήμου ****** ότι το φύλο της αιτούσας είναι “ΑΓΟΡΙ”, αντί του αναγραφέντος στην ως άνω ληξιαρχική πράξη “ΚΟΡΙΤΣΙ”, το δε κύριο όνομα της αιτούσας είναι “*******” αντί του αναγραφέντος στην ληξιαρχική πράξη “*****” και το επίθετο “******” αντί του αναγραφέντος στην ως άνω ληξιαρχική πράξη “******”. 
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του

Αθήνα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 



Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017

Ασφαλιστικά μέτρα κατά Δημοσίου για προσωπικά δεδομένα

Όταν  κάποια δημόσια υπηρεσία διατηρεί στο αρχείο της προσωπικά δεδομένα ενός πολίτη για σκοπούς πέραν των αρμοδιοτήτων της, ο πολίτης έχει δικαίωμα να διακόψει αυτή την διαδικασία. Το θέμα είναι πώς μπορεί να το κάνει με τον πιο γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο. Ως δικηγόρος είχα αυτόν τον προβληματισμό: να πάμε στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που θέτει η ίδια κατά το δοκούν τις προτεραιότητες εξέτασης; Να πάμε στα διοικητικά δικαστήρια με τις επείγουσες διαδικασίες; Ή να πάμε στα πολιτικά δικαστήρια με την κλασική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων; Εξετάζοντας όλες τις δυνατότητες στην νομολογία, κατέληξα ότι καθώς η παράνομη διακράτηση των προσωπικών δεδομένων είναι και προσβολή προσωπικότητας, ζήτημα κατ' εξοχήν ιδιωτικού δικαίου, σε συνδυασμό με τις αυξημένες προϋποθέσεις που θέτουν τα διοικητικά δικαστήρια για προσωρινή διαστική προστασία (προϋπόθεση να έχει ασκηθεί αγωγή - προσφυγή), υπήρχε μια παγιωμένη κατάσταση. Τα πολιτικά δικαστήρια θεωρούν εαυτά αρμόδια, βάσει και μιας απόφασης του Α.Ε.Δ. που αναφέρει ότι αν η προσβολή προσωπικότητας βασίζεται σε υλικές πράξεις της διοίκησης (δηλαδή δεν πρόκειται για ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις) και το αίτημα δεν ειναι χρηματικό όπως στην αποζημίωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, τότε η διαφορά δεν είναι διοικητική! Έτσι, ασκήσαμε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά διαφόρων υπηρεσιών του Δημοσίου, με αίτημα την παύση χρήσης των δεδομένων, λόγω προσβολής προσωπικότητας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. 

Mε την απόφαση 129/2017, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε αυτό το σκεπτικό και απέρριψε την σχετική ένσταση του Δημοσίου περί ελλείψεως δικαιοδοσίας. Το σκεπτικό είναι το εξής:

"Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού για να συζητηθει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (αρ. 686 επ. ΚΠολΔ), απορριπτομένης της ενστάσεως των καθ' ων περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για την εξέταση της προκείμενης αίτησης, δεδομένου ότι όταν με υλική πράξη των οργάνων του δημοσίου προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα που δεν έχει περιουσιακό χαρακτήρα και οι αξιώσεις που δίδει ο νόμος προς προστασία του είναι η άρση της προσβολής και η παράλειψή της στο μέλλον (και όχι καταψήφιση σε παροχή περιουσιακή), τότε δεν υπάρχει διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά η υπόθεση ανήκει στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εκ των οποίων επί αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων έχει το Μονομελές Πρωτοδικείο κατ' άρθρο 683 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΠΠΑθηνών 1026/1994 ΑρχΝ 95.59, ΜΠΑ 10691/1997 Δ. 3/97)."

Περαιτέρω, το δικαστήριο πιθανολόγησε ότι η χρήση των προσωπικών δεδομένων από μια δημόσια υπηρεσία στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν νόμιμη, διότι τα εν λόγω στοιχεία δεν ήταν "συναφή οιύτε και πρόσφορα" ενόψει των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας, άρα η κατοχή τους ήταν αντίθετη στον νόμο για την προστασία προσωπικών δεδομένων: 

"Επομένως η κατοχή του αρχείου και η επεξεργασία των πληροφοριών που έχουν καταχωρηθεί σε αυτό δεν είναι σύμφωνη με το νόμο και δη με τη διάταξη της περ. β, της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.2472/1997". 

Με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων στο διατακτικό του:

"Υποχρεώνει το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο και δη τη Γενική Διεύθυνση Υπηρεσίας Διεθνούς Αναπτυξιακής Συνεργασίας του Υπουργείου Εξωτερικών, να απέχει προσωρινά από την οποιαδήποτε χρήση των αναφερόμενων στην αίτηση εγγράφων που αφορούν σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του αιτούντος". 






Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2016

Καταδίκη Δημοσίου σε αποζημιώσεις για καθυστέρηση διεκπεραίωσης υποθέσεων πολιτών

Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών σε πέντε (5) αγωγές πολιτών και μιας εταιρίας εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου για υπέρβαση της προθεσμίας των 50 ημερών που αναφέρει ο νόμος για την διεκπεραίωση υποθέσεων επιδίκασε αποζημιώσεις από 1.500 - 3.000 ευρώ έντοκα. Πρόκειται για αιτήματα πολιτών και μιας επιχείρησης που υποβλήθηκαν στα τέλη της περασμένης δεκαετίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Οι ενδιαφερόμενοι είχαν επισημάνει στο αίτημά τους ότι κατά τον νόμο η Αρχή πρέπει να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις τους εντός 50 ημερών (άρθρο 4 Ν.2690/1999). Η Αρχή άφησε να περάσουν μήνες ή χρόνια μέχρι τις τελικές απαντήσεις προς τους πολίτες. Στο Δικαστήριο δήλωσε ότι δεν δεσμεύεται από την προθεσμία των 50 ημερών. Το Δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της Αρχής και καταδίκασε το Δημόσιο να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από 1.500 σε κάθε ενάγοντα και 3.000 στην επιχείρηση που προσέφυγαν δικαστικώς. 

Κανονικά οι αποζημιώσεις αυτές επιδικάζονταν για τις δημόσιες υπηρεσίες από τις Επιτροπές Ελέγχου και Εφαρμογής της Νομοθεσίας που λειτουργούσαν στις  επτά (7) Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της χώρας έχοντας ιδρυθεί επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη (Ν.1943/1991) και καταργήθηκαν με νόμο επί υπουργίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Οι πέντε αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίζουν ότι η ανεξάρτητη Αρχή δεσμεύεται κι αυτή από τις διατάξεις του άρθρου 4 ως προς την προθεσμία, τουλάχιστον κατά τον κρίσιμο χρόνο των υποθέσεων (γιατί το 2011 ψηφίστηκε ένας άλλος νόμος που δίνει στην Αρχή το δικαίωμα να δίνει προτεραιότητα στις υποθέσεις). Στην απόφαση που αφορά την επιχείρηση που στράφηκε εναντίον της Αρχής, για να εκδώσει μια άδεια επιτρεπόμενης επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων (ήθελε να δημιουργήσει το 2008 μια εφαρμογή για εντοπισμό ιατρών της Αττικής ανάλογα με την ιατρική ειδικότητά τους και η Αρχή θεώρησε το αίτημα "καινοφανές" καθυστερώντας επί μήνες να εκδώσει την άδειά της), το Διοικητικό Πρωτοδικείο αναφέρει μεταξύ άλλων: 

"Επειδή το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι: α) σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 7η σκέψη, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, β) το γεγονός ότι οι ανεξάρτητες διοικητικές αρχές απολαμβάνουν λειτουργικής και διοικητικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε οποιονδήποτε διοικητικό έλεγχο δεν συνεπάγεται και την απαλλαγή τους από την υποχρέωση να τηρούν την νομιμότητα, γ) σε κάθε περίπτωση η διάταξη του άρ. 15 παρ. 3 του ν.3917/2011 δεν ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, δ) η ευθύνη του Δημοσίου κατ' αρ. 105 ΕισΝΑΚ είναι αντικειμενική και συνεπώς ενδεχόμενες οργανωτικές και λειτουργίκές ατέλειες και ελλείψεις της Διοίκησης δεν μπορούν να οδηγήσουν στην απαλλαγή του, ε) η Αρχή δεν έστειλε οποιαδήποτε ενημέρωση στην ενάγουσα για την υπόθεσή της, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όφειλε να γνωστοποιήσει εγγράφως τους λόγους της καθυστέρησης, στ) η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα δεν απέδειξε με ειδικό και συγκεκριμένο τρόπο τους ισχυρισμούς της περί του ότι το κρινόμενο θέμα ηταν "καινοφανές και σύνθετο", κρίνει ότι η ως άνω Αρχή μη νομίμως δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 4 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και δεν δικεκπεραίωσε το αίτημα της ενάγουσας μέσα στην τασσόμενη προθεσμία των 50 ημερών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ταλαιπωρία που υπέστη η ενάγουσα εταιρεία από την συμπεριφορά της ως άνω Αρχής, τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της απέναντι σε αυτή, το χρονικό διάστημα που είχε παρέλθει άπρακτο από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος (30-6-2008) έως την κατάθεση της αγωγής της (18-3-2009) και το γεγονός ότι η ενάγουσα ανέμενε την διεκπεραίωση της υπόθεσής της προκειμένου να αναπτύξει την συγκεκριμένη επιχειρηματική δράση, κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, η οποία πρέπει να ορισθεί στο εύλογο και ανάλογο προς το είδος της προσβολής ποσό των 3.000 ευρώ". 

Οι αποφάσεις δεν είναι τελεσίδικες και μπορεί να προσβληθούν με έφεση και από τις δύο πλευρές των διαδίκων. 


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 22, 2016

Ένας χρόνος σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια

Πέρσι τέτοια ημέρα βρισκόμασταν στην Βουλή για την παρακολούθηση της ψήφισης του νομοσχεδίου του συμφώνου συμβίωησης, με την επέκταση του στα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά και με τον εμπλουτισμό του για όλα τα ζευγάρια με δικαιώματα κοινωνικοασφαλιστικά και εργατικού δικαίου, εκτός βέβαια από την τεκνοθεσία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 216 ομόφυλα ζευγάρια προχώρησαν στην σύναψη συμφώνου συμβίωσης μέσα σε αυτό το έτος. Το περιοδικό antivirus φιλοξενεί ένα εκτενές αφιέρωμα, παρουσιάζοντας και ζευγάρια που μίλησαν για την εμπειρία. Ανάμεσα σε αυτά, κι ένα άρθρο που υπογράφω:

Τι θα πρέπει να προσέξετε πριν προχωρήσετε στην υπογραφή Συμφώνου Συμβίωσης

από τον δικηγόρο Βασίλη Σωτηρόπουλο
  • Όταν ένα ζευγάρι αποφασίσει να συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, πρέπει να προετοιμαστεί για μια ενδελεχή νομική ανάλυση πολλών στοιχείων που αφορούν την σχέση του. Η διαδικασία δεν ξεκινά από το γραφείο του συμβολαιογράφου. Ένα ζευγάρι πρέπει να έχει λάβει μια σειρά αποφάσεων πριν φτάσει να αναθέσει την σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης του συμφώνου συμβίωσης. Γι’ αυτό το λόγο είναι χρήσιμο το ζευγάρια να εκθέσει το σύνολο των αναγκών του σε μία/έναν δικηγόρο με εξειδίκευση στο σύγχρονο οικογενειακό δίκαιο ή το δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων ώστε να προτείνει τις κατάλληλες λύσεις. Για παράδειγμα, εάν υπάρχουν προβλήματα αποδοχής της/του συντρόφου από μέλη της οικογένειας του ενός ή και των δύο, μπορούν να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας της σχέσης, ώστε να μην υπάρξουν προβλήματα στο μέλλον, περιουσιακά ή άλλα. Είναι κρίσιμο για το ζευγάρι να γνωρίζει ότι όταν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, οι συγγενείς κάθε μέρους του συμφώνου καθίστανται συγγενείς του άλλου μέρους του συμφώνου. Αυτό σημαίνει μια σειρά από νομικές συνέπειες όχι μόνο σε περιουσιακό ή κληρονομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο απαγορεύσεων τέλεσης γάμου ανάμεσα σε συγγενείς μέχρι τον προβλεπόμενο βαθμό συγγένειας εξ αγχιστείας. Αυτή η συγγένεια δεν καταργείται ούτε με την λύση του συμφώνου συμβίωσης, γεγονός που σημαίνει ότι θα εξακολουθήσουν να ισχύουν οι απαγορεύσεις ακόμη κι αν το ζευγάρι χωρίσει. Ένα άλλο ζήτημα είναι η περίπτωση της απόκτησης τέκνων με ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η σύναψη συμφώνου συμβίωσης μεταξύ γυναικών πριν από την διαδικασία της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα καθώς κέντρα γονιμότητας στην Ελλάδα ζητούν υπογραφή υπεύθυνης δήλωσης ότι η ενδιαφερόμενη είναι άγαμη και ότι δεν έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Γι’ αυτό ενδείκνυεται η ενδιαφερόμενη να επιδιώξει πρώτα την κύηση και στην συνέχεια την σύναψη του συμφώνου με την σύντροφό της.
  • Δεν υπάρχει ένα προκαθορισμένο πρότυπο συμφώνου συμβίωσης το οποίο τα μέρη απλά υπογράφουν. Κάθε ζευγάρι παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά που πρέπει να γίνονται σεβαστά από τους νομικούς που επιμελούνται την νομική κατοχύρωση της σχέσης. Για παράδειγμα, εάν ένα από τα δύο άτομα είναι τρανς που δεν έχει προχωρήσει σε μεταβολή στοιχείων, αυτό είναι ένα θέμα, το οποίο μπορεί να μνημονευθεί με ειδικό τρόπο μέσα στο κείμενο του συμφώνου συμβίωσης. Εάν το ζευγάρι επιλέγει το σύστημα της κοινοκτημοσύνης όσον αφορά την περιουσία που θα αποκτηθεί, μπορεί επίσης να το ρυθμίσει με το σύμφωνο συμβίωσης. Ειδικότερα ζητήματα όπως τα δικαιώματα χρήσης της κοινής οικογενειακής στέγης ακόμη και μετά την λύση του συμφώνου συμβίωσης ή το δικαίωμα διατροφής (από το οποίο μπορούν τα μέρη να παραιτηθούν), της επιλογής του ονόματος του τέκνου και της διατήρησης ή της παραίτησης από κληρονομικά δικαιώματα συνθέτουν ένα ευρύτατο φάσμα που πρέπει να εκτεθεί αναλυτικά στο ζευγάρι, ώστε το τελικό κείμενο του συμφώνου συμβίωσης να ανταποκρίνεται πλήρως στις ανάγκες της εκάστοτε περίπτωσης.
  • Διαδικασία υπάρχει επίσης και μετά την υπογραφή του συμφώνου συμβίωσης στον συμβολαιογράφο. Για να ξεκινήσει η ισχύς του συμφώνου πρέπει να κατατεθεί στο ληξιαρχείο του δήμου που βρίσκεται η κοινή κατοικία του ζευγαριού, δηλαδή στο δημαρχείο (συνήθως). Κάποιοι δήμοι ζητούν από τα ζευγάρια να αποδείξουν ότι είναι όντως κάτοικοι της διεύθυνσης που δηλώνουν, προσκομίζοντας λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, κτλ). Πολλά ζευγάρια δεν επιθυμούν να εμφανιστούν στο ληξιαρχείο για την υποβολή του κειμένου και την δήλωση για την έκδοση της σχετικής ληξιαρχικής πράξης. Ο νόμος περί ληξιαρχείων αναφέρει ότι την κατάθεση μπορεί να κάνει και αντιπρόσωπος, αρκεί να έχει εξουσιοδοτηθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Γι’ αυτόν τον λόγο, καλό ειναι τα ζευγάρια που δεν θέλουν να εμφανιστούν τα ίδια στο ληξιαρχείο, να εξουσιοδοτήσουν έναν αντιπρόσωπο, με το ίδιο το κείμενο του συμφώνου συμβίωσης – που είναι συμβολαιογραφικό- ώστε να πάει να το καταθέσει στο ληξιαρχείο. Αυτή συνήθως είναι η δουλειά του δικηγόρου του ζεύγους. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δημιουργηθεί η σχετική οικογενειακή μερίδα στο δημοτολόγιο. Εάν ένα εκ των δύο μερών είναι δημότης του δήμου στον οποίο κατοικεί το ζευγάρι, αυτό γίνεται στο δημοτολόγιο αυτού του δήμου. Αλλιώς, εάν δηλαδή το ζευγάρια αποτελείται από δημότες άλλων δήμων, όχι των δήμων της κατοικίας τους, το ληξιαρχείο στέλνει φαξ με το σύμφωνο συμβίωσης εκεί για να γίνουν οι σχετικές δημοτολογικές εγγραφές. Το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης που εκδίδεται από το δημοτολόγιο χρειάζεται για διαδικασίες όπως είναι η η εγγραφή του τυχόν ανασφάλιστου μέρους στον ασφαλιστικό φορέα του έτερου μέρους.
Κόστος
Το κόστος για αυτές τις διαδικασίες δεν είναι σταθερό. Η χρήση των συμβουλευτικών υπηρεσιών ενός δικηγόρου αμείβεται κανονικά με το σύστημα της χρονοχρέωσης, με ελάχιστο τίμημα τα 100 ευρώ (+24% ΦΠΑ)/ώρα, ενώ σε περίπτωση που η/ο δικηγόρος συντάξει και σχέδιο συμφώνου συμβίωσης προς την/τον συμβολαιογράφο, όπως είναι η συνήθης περίπτωση, καθώς και εάν οριστεί πληρεξούσιος για την κατάθεση στο ληξιαρχείο, η συνολική αμοιβή – μαζί με τον φόρο- δεν μπορεί να εκτιμηθεί σε ποσό κατώτερο των 500 ευρώ. Οι συμβολαιογράφοι αμείβονται με βάση τον αριθμό φύλλων μιας συμβολαιογραφικής πράξης, γεγονός που σημαίνει ότι ένα σύμφωνο συμβίωσης με το ελάχιστο περιεχόμενο που ορίζουν οι σχετικές εγκύκλιοι δεν μπορεί να είναι φθηνότερο των 150 ευρώ. Εξαρτάται πάντως από το πόσο αναλυτικά επιθυμεί το ζευγάρι να ορίσει την σχέση του. Πάντως, το σύμφωνο συμβίωσης δεν υποκαθιστά την διαθήκη, η οποία επίσης είναι απαραίτητη διαδικασία σε περίπτωση που υπάρχουν αξιόλογα περιουσιακά στοιχεία.
Λύση Συμφώνου
Το θέμα της λύσης του συμφώνου συμβίωσης είναι επίσης πολύ σοβαρό. Εάν το ζευγάρι συμφωνήσει από κοινού την λύση του συμφώνου, τότε μπορεί, κατόπιν σχετικής συμβουλής από δικηγόρο, να ρυθμίσει την τύχη των περιουσιακών του στοιχείων (όπως π.χ. να παραιτηθεί το ένα μέρος από κάθε αξίωση στην περιουσία του έτερου μέρους που αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του συμφώνου) καθώς και άλλων λεπτομερειών της κοινής συμβίωσης. Όλα αυτά θα εγγραφούν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο της λύσης του συμφώνου συμβίωσης και το σύμφωνο θα λήξει κατευθείαν, με την σχετική ληξιαρχική ενημέρωση. Όμως, εάν το ζευγάρι δεν συμφωνεί για την από κοινού λύση του συμφώνου, ο νόμος προβλέπει και μια άλλη, μονομερή δυνατότητα: το μέρος που επιθυμεί την λύση, στέλνει εξώδικο στο άλλο μέρος και το σύμφωνο λύεται μετά από 3 μήνες, πάλι όμως με συμβολαιογραφική πράξη που υπογράφει αυτή τη φορά το ένα μέρος. Επομένως, στην δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος προβλέπει ένα 3μηνο “περίσκεψης”, μέσα στο οποίο μπορεί το ζευγάρι είτε να συμφωνήσει στην από κοινού λύση, είτε στην συνέχιση του συμφώνου συμβίωσης. Σε περίπτωση λύσης εφαρμόζονται οι διατάξεις για το διαζύγιο, δηλαδή αν το ζευγάρι δεν συμφωνεί για περιουσιακά ή άλλα θέματα μπορεί η υπόθεση να καταλήξει στο δικαστήριο, αν και ο νόμος αρκείται για την ίδια την λύση στο ληξιαρχείο.

Δικαιολογητικά 
H Δήλωση του Συμφώνου Συμβίωσης γίνεται στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας των συμβαλλομένων, όπως αναγράφεται στο Σύμφωνο. Στην περίπτωση που οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν κοινή κατοικία, τότε δηλώνεται στο Ληξιαρχείο του τόπου κατοικίας του δηλούντος συμβαλλομένου.
Τα απαραίτητα δικαιολογητικά που απαιτούνται – σύμφωνα με το Ληξιαρχείο του Δήμου Αθηναίων – είναι τα εξής:
1. Το Σύμφωνο Συμβίωσης που κατήρτισε ο Συμβολαιογράφος.
2. Δήλωση προσδιορισμού επωνύμου τέκνων, η οποία να περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο.
3. Ταυτότητες ή Διαβατήριο με άδεια παραμονής (για τους αλλοδαπούς). Σε περίπτωση κατόχου ροζ κάρτας (αίτησης πολιτικού ασύλου) χρειάζεται και η βεβαίωση κατάθεσης διαβατηρίου ή οποιουδήποτε άλλου έγκυρου εγγράφου που πιστοποιεί ταυτότητα, στο αστυνομικό τμήμα αλλοδαπών που εξέδωσε την αίτηση ασύλου.
Υπόχρεοι προς δήλωση: Ο ένας εκ των δυο συμβαλλομένων ή τρίτος με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Τα βήματα που ακολουθεί το ζευγάρι μόλις απευθυνθεί στο συμβολαιογράφο που θα συντάξει το σύμφωνο
1. Για να ξεκινήσει η ισχύς του συμφώνου πρέπει να κατατεθεί στο ληξιαρχείο του δήμου που βρίσκεται η κοινή κατοικία του ζευγαριού, δηλαδή στο δημαρχείο (συνήθως). Κάποιοι δήμοι ζητούν από τα ζευγάρια να αποδείξουν ότι είναι όντως κάτοικοι της διεύθυνσης που δηλώνουν, προσκομίζοντας λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ΔΕΗ, ΟΤΕ, κτλ). Πολλά ζευγάρια δεν επιθυμούν να εμφανιστούν στο ληξιαρχείο για την υποβολή του κειμένου και την δήλωση για την έκδοση της σχετικής ληξιαρχικής πράξης. Ο νόμος περί ληξιαρχείων αναφέρει ότι την κατάθεση μπορεί να κάνει και αντιπρόσωπος, αρκεί να έχει εξουσιοδοτηθεί με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Γι’ αυτόν τον λόγο, καλό ειναι τα ζευγάρια που δεν θέλουν να εμφανιστούν τα ίδια στο ληξιαρχείο, να εξουσιοδοτήσουν έναν αντιπρόσωπο, με το ίδιο το κείμενο του συμφώνου συμβίωσης – που είναι συμβολαιογραφικό- ώστε να πάει να το καταθέσει στο ληξιαρχείο. Αυτή συνήθως είναι η δουλειά του δικηγόρου του ζεύγους.
2. Στη συνέχεια, θα πρέπει να δημιουργηθεί η σχετική οικογενειακή μερίδα στο δημοτολόγιο. Εάν ένα εκ των δύο μερών είναι δημότης του δήμου στον οποίο κατοικεί το ζευγάρι, αυτό γίνεται στο δημοτολόγιο αυτού του δήμου. Αλλιώς, εάν δηλαδή το ζευγάρια αποτελείται από δημότες άλλων δήμων, όχι των δήμων της κατοικίας τους, το ληξιαρχείο στέλνει φαξ με το σύμφωνο συμβίωσης εκεί για να γίνουν οι σχετικές δημοτολογικές εγγραφές. Το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης που εκδίδεται από το δημοτολόγιο χρειάζεται για διαδικασίες όπως είναι η η εγγραφή του τυχόν ανασφάλιστου μέρους στον ασφαλιστικό φορέα του έτερου μέρους.