Πέμπτη, Μαρτίου 31, 2011

Μετά το θάνατο, το σώμα μας ανήκει στο κράτος;

Με νομοσχέδιο που προωθεί το Υπουργείο Υγείας, το πρόβλημα της δωρεάς οργάνων επιχειρείται να αντιμετωπισθεί με μια επέμβαση στην αυτοδιάθεση του ατόμου. Ενώ μέχρι τώρα δωρητής οργάνων γινόταν το άτομο με σχετική δήλωσή του, αυτό αντιστρέφεται. Το νομοσχέδιο θα καθιστά κάθε άτομο ex lege δότη οργάνων μετά το θάνατό του, εκτός αν εν ζωή είχε ασκήσει σχετική προσφυγή αντίταξης, στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων.

Η αντιστροφή αυτή θέτει σημαντικά νομικά ζητήματα βιοηθικής, όπως και κάθε περιορισμός ή "αναδιατύπωση" της αυτοδιάθεσης του ατόμου. Η συγκατάθεση αποτελεί ένα κομβικό ζήτημα όσον αφορά την ελεύθερη χρήση στοιχείων της προσωπικότητας, σε όλο τον ορίζοντα των νομοθεσιών που αφορούν την επιτρεπόμενη διάθεση: από τα προσωπικά δεδομένα (που η επεξεργασία του προϋποθέτει κατ' αρχήν την ενημερωμένη συγκατάθεση) και την πνευματική ιδιοκτησία (που η συναίνεση του δημιουργού αποτελεί νόμιμη βάση για την χρήση του έργου), μέχρι το γενικό αστικό δίκαιο (έγκριση - συναίνεση) αλλά και το ποινικό δίκαιο, όπου η συγκατάθεση σε πράξεις που αλλιώς θα θεωρούνταν προσβολές, αποτελεί λόγο απαλλαγής για ορισμένα αδικήματα.

Η θετική συγκατάθεση είναι το σύστημα "opt-in": όταν επιλέγεις με δική σου πρωτοβουλία την διάθεση στοιχείων της προσωπικότητάς σου. Αυτό είναι το σημερινό σύστημα για τους δότες οργάνων. Το αντίστροφο σύστημα είναι το "opt-out": τα όργανα διατίθενται αυτοδικαίως, εκτός αν έχεις αντίρρηση και την έχεις ασκήσει εν ζωή. Μπορεί να ακούγεται το ίδιο, αλλά δεν είναι. Αν περάσει αυτή η νομοθεσία, το νεκρό σώμα θα ανήκει κατ' αρχήν στο κράτος, και η ελεύθερη βούληση θα είναι μια εξαίρεση κι όχι ο κανόνας. Εκτός των άλλων, πρόκειται για ένα πιεστικό μέτρο που ενέχει από τη φύση του μια υφέρπουσα, αλλά σοβαρή κοινωνική αποδοκιμασία για όσους δηλώσουν "opt-out": αφού ο νόμος "κανονικό" θεωρεί το κοινωνικώς αναγκαίο (δηλαδή την αντιμετώπιση της έλλειψης μοσχευμάτων), το άτομο θα διστάσει να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του για "opt-out", αναλογιζόμενο τελικά τις παρενέργειες, αλλά και το μεγάλο ηθικό δίλημμα στο οποίο μας θέτει με το ζόρι η Πολιτεία.

Τέτοια πιεστικά διλήμματα όμως, σε μια δημοκρατική κοινωνία, δεν επιτρέπεται να τα επιβάλλει ο νομοθέτης. Η ίδια η έννοια της ελευθερία επιβάλλει η λήψη της απόφασης για δωρεά ή μη των οργάνων να γίνεται χωρίς προϋποθέσεις και μόνο με θετικό τρόπο, όχι ως εξαίρεση από τον κανόνα.




Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

Mια απάντηση στον Ηλία Κανέλλη περί Συνηγόρου


Διαβάζω σε σημερινό δημοσίευμα στα ΝΕΑ ότι ο κ. Κανέλλης συμμερίζεται το πρόβλημα που έθιξα χτες, περί "ακέφαλου" Συνηγόρου του Πολίτη, έξι μήνες μετά την εγκατάλειψη του θεσμού από τον κ. Καμίνη (βλ. εδώ). Συγκεκριμένα, το άρθρο αναφέρει:

Εξι µήνες µετά την αποχώρηση του Γιώργου Καµίνη από την προεδρία του Συνηγόρου του Πολίτη για να διεκδικήσει και τελικά να κερδίσει τον ∆ήµο αθηναίων, η συνταγµατικά κατοχυρωµένη ανεξάρτητη αρχή που εκπροσώπησε µε αξιοθαύµαστη παρεµβατικότητα όσους αδικούνται από αποφάσεις του κράτους παραµένει ακέφαλη.


Δυστυχώς, αναπαράγονται κι εδώ ορισμένα στερεοτυπικά σφάλματα. Πέραν του ότι ο κ. Καμίνης δεν ήταν "πρόεδρος", αλλά ο φυσικός φορέας της ίδιας της ανεξάρτητης αρχής, η τελευταία ουδέποτε "εκπροσώπησε όσους αδικούνται", αφού η θεσμική αποστολή της δεν είναι αυτή της εκπροσώπησης, αλλά της ανεξάρτητης διαμεσολάβησης. Το ότι πρόκειται για "Συνήγορο" δεν σημαίνει ότι ο θεσμός λειτουργεί ως πληρεξούσιος των πολιτών. Για την "αξιοθαύμαστη παρεμβατικότητα", παραπέμπω τον κ. Κανέλλη στην χθεσινή Ετήσια Έκθεση που αναφέρει ότι σε όλο το 2010 ο Συνήγορος έστειλε μία (1) δικογραφία στον Εισαγγελέα και διενέργησε δύο (2) αυτεπάγγελτους ελέγχους. Αν μία υπηρεσία με 201 άτομα προσωπικό και αποστολή τη μάχη κατά της κακοδιοίκησης κρίνεται "αξιοθαύμαστης παρεμβατικότητας" για τους δύο αυτεπάγγελτους ελέγχους και την μία παραπομπή στην δικαιοσύνη, προφανώς έχουμε θέσει πάρα πολύ χαμηλά τον πήχυ. Πάντως, ο κ. Κανέλλης συμμερίζεται το θέμα της καθυστέρησης εκλογής νέου Συνηγόρου που ανέφερα και στο χθεσινό post:


"Θεσµικώς αυτό δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβληµα. οπως εξηγούν νοµικοί κύκλοι, στον νόµο για τις ανεξάρτητες αρχές προβλέπεται ότι «η θητεία των µελών τους […] παρατείνεται αυτοδικαίως µέχρι τον διορισµό νέων».


"Θεσμικώς" όμως, οι πληροφορίες που "νομικοί κύκλοι" έδωσαν στον κ. Κανέλλη δεν είναι και τόσο πλήρεις. Η παραπάνω διάταξη του Ν.3051/2002 δεν ισχύει σε κενό δικαίου. Όπως έχει κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας στην απόφαση 456/2007 (ΕΑ), η αυτοδίκαιη παράταση των μελών των ανεξάρτητων αρχών δεν μπορεί να εκτείνεται στο διηνεκές, μέχρι τις "καλένδες" του διορισμού νέου μέλους από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Το ΣτΕ έχει διαγνώσει ότι η παράταση αυτή πρέπει να αφορά "εύλογο χρόνο". Σύμφωνα μάλιστα με το άρθρο 13 παρ. 5 του ΚΔΔιαδ, για τα συλλογικά διοικητικά όργανα, αυτή η παράταση δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν των 3 μηνών. Ο Συνήγορος, βέβαια, είναι μονοπρόσωπο όργανο, αλλά το 3μηνο αποτελεί μια χαρακτηριστική επιλογή της έννομης τάξης. Μόνον εφόσον υπάρχει σε εξέλιξη μια πολύ σοβαρή σύνθετη διοικητική έρευνα (όπως τότε, στην υπόθεση της Vodafone) γίνονται δεκτές οι χρονικές υπερβάσεις και κάθε φορά για συγκεκριμένους λόγους.

Επομένως, το πρόβλημα του μη διορισμού νέου Συνηγόρου του Πολίτη σαφώς και είναι θεσμικό. Οι "νομικοί κύκλοι" που ενημέρωσαν τον κ. Κανέλλη ότι ο πρόεδρος της Βουλής

"Θεσµικώς έχει τη δυνατότητα να παρατείνει την εκκρεµότητα χωρίς συνέπειες."

δεν ενοχλούνται από αυτήν την "εκκρεμότητα", ότι δηλαδή δεν έχουμε Συνήγορο του Πολίτη, αφού θεωρούν απλώς επιθυμητή κι ευκταία, όχι όμως και νομικά επιβεβλημένη την άμεση εκλογή του νέου προσώπου. Ο λόγος για τον οποίο οι ίδιοι "νομικοί κύκλοι" που συνηγορούν υπέρ της κυβερνητικής καθυστέρησης θεωρούν ευκταία την εκλογή, είναι αποκαλυπτικός:

"θα περίµενε κανείς ο κ. Πετσάλνικος να επιταχύνει τις διαδικασίες εξετάζοντας όλες τις εισηγήσεις που έχει πάνω στο γραφείο του, έτσι ώστε η πιο αποτελεσµατική ανεξάρτητη αρχή να αποκτήσει ξανά έναν νέο επικεφαλής που θα εκφράσει την ανεξαρτησία και το νοµικό κύρος της."

Το "νομικό κύρος" της "πιο αποτελεσματικής" Αρχής, θεωρείται λοιπόν το ζητούμενο, όχι η ίδια η χρησιμότητα της στον πολίτη. Όχι η ίδια η σύννομη λειτουργία της που αμφισβητείται όταν η ανεξάρτητη αρχή είναι ακέφαλη.

Οι σκέψεις αυτές συντηρούν μια αντίληψη "πολυτέλειας" για τον θεσμό του Συνηγόρου. Ότι δηλαδή "θεσμικώς" δεν τρέχει κάτι αν δεν τον έχουμε, αφού ο σκοπός του είναι... "αυτοποιητικός": χρειαζόμαστε νέο Συνήγορο για να υπάρχει ένας θεσμός κύρους και ανεξαρτησίας, που θα συνεχίσει την λαμπρή παράδοση της πινακοθήκης των προκατόχων του. Κι ας προσφέρει δύο αυτεπάγγελτους ελέγχους κατ΄έτος, χωρίς να αναρτά στο διαδίκτυο τα οικονομικά του στοιχεία, ως οφείλει κατά το πρόγραμμα "Διαύγεια".





Τρίτη, Μαρτίου 29, 2011

Η ετήσια αποποίηση ευθυνών του Συνηγόρου του Πολίτη

Ο Συνήγορος του Πολίτη ενώ ξεκίνησε -και θεωρητικά παραμένει- ένα θεσμικό καταφύγιο που ένα κράτος δικαίου οφείλει να παρέχει σήμερα στους πολίτες, κάθε χρόνο βουλιάζει και περισσότερο στην αδυναμία ενάσκησης των αρμοδιοτήτων του και -τελικά- στην υποκρισία. Διότι δεν είναι ειλικρινής η Αρχή, όταν στην Ετήσια Έκθεση των πεπραγμένων του έτους 2010 που δημοσιεύθηκε σήμερα (βλ. εδώ), η οποία πρόκειται να συζητηθεί στην Βουλή, αφιερώνει 175 σελίδες σε διάφορα θέματα, ενώ αποσιωπά το υπ' αριθμόν ένα (1) "υπαρξιακό" ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολήσει την Βουλή σε σχέση με τον Συνήγορο: ότι, δηλαδή, η Ελλάδα το 2010, αλλά και για διάστημα που έχει υπερβεί πια τους έξι μήνες, δεν διαθέτει Συνήγορο του Πολίτη (βλ. εδώ).

Στο συγκρατημένο χαμόγελο της κ. Σπανού (σελ. 9), αναπληρώτριας Συνηγόρου του Πολίτη (είναι η αρχαιότερη Βοηθός Συνήγορος), υπολανθάνει η ανομολόγητη αλήθεια ότι βρίσκεται σε μια θέση για καθαρά υπηρεσιακούς λόγους: διαδέχθηκε χωρίς τυμπανοκρουσίες τον Σεπτέμβρη του 2010 τον κ. Καμίνη, ο οποίος εγκατέλειψε 1,5 χρόνο πριν τη ληξη της θητείας τη θέση του για να εκλεγεί δήμαρχος Αθηναίων, αλλά η αναπλήρωση αυτή δεν μπορεί να ισχύει επ' άπειρον "για τις ανάγκες συνέχειας της υπηρεσίας". Σύμφωνα με σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για μια άλλη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ανεξάρτητη αρχή, την ΑΔΑΕ, η αναπλήρωση δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 3 μήνες . Ο Συνήγορος του Πολίτη δεν εκδίδει βέβαια εκτελεστές πράξεις (εκτός από όσες αφορούν τα του οίκου του), ώστε να κινδυνεύει με δικαστική ακύρωση των αποφάσεών του λόγω κακής σύνθεσης του οργάνου, αλλά σε κάθε περίπτωση, η αναπλήρωση έχει και τα όριά της τόσο από πλευράς νομιμότητας, όσο, κυρίως, από πλευράς δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η νομιμοποίηση αυτή είναι μάλιστα πολύ πιο σημαντική για το έργο του Συνηγόρου του Πολίτη, ακριβώς λόγω της φύσης του ρόλου του, ως διαμεσολαβητικού οργάνου, αλλά και ως διαπιστωτικού οργάνου για την προώθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε λοιπόν να αναφέρει η Ετήσια Έκθεση προς την Βουλή είναι ότι το αρμόδιο όργανο της τελευταίας, δηλαδή η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, θα πρέπει να εκλέξει ένα πρόσωπο ως Συνήγορο του Πολίτη.

Κατά τ' άλλα, η ίδια η ετήσια έκθεση είναι ο καθρέφτης της ανικανότητας της υπηρεσίας. Πρώτ' απ' όλα δεν αναφέρει απολύτως τίποτα για το πόσο στοιχίζει ο στελεχωμένος με 201 άτομα προσωπικό Συνήγορος του Πολίτη στις /στους φορολογούμενες/-ους (ο αντίστοιχος θεσμός αριθμεί στη Γαλλία 100 άτομα, στηνΑυστρία 65 άτομα, στη Δανία 85 άτομα, στην Ιρλανδία 82, στο Βέλγιο 47). Ενώ άλλες αρχές παραθέτουν στις Ετήσιες Εκθέσεις κάποια οικονομικά στοιχεία για τον προϋπολογισμό τους, η κατ' εξοχήν ανεξάρτητη αρχή υπέρ της κρατικής διαφάνειας, όχι μόνο δεν αναφέρει τίποτε επ' αυτού, αλλά δεν έχει εντάξει καν το πρόγραμμα "Διαύγεια" στην ιστοσελίδα της, παραβιάζοντας ευθέως μια από τις επαινετέες νομοθεσίες για την ανοικτή διακυβέρνηση.

Από τις 13.179 νέες αναφορές που δέχθηκε ο Συνήγορος του Πολίτη (εκ των οποίων μόνο το 53,07% βάσιμες) και από τις -άγνωστο πόσες- εκκρεμείς άλλων ετών (άλλη μια παράλειψη της Έτήσιας Έκθεσης), εντός του 2010 μόνο μία (1) κρίθηκε ότι έχει αποχρώσες ενδείξεις για τέλεση αξιόποινης πράξης από δημόσιο λειτουργό, ώστε ο Συνήγορος να παραπέμψει την προβλεπόμενη αρμοδιότητα παραπομπής στην εισαγγελία. Δηλαδή σε όλο το έτος, μόνο ένας δημόσιος υπάλληλος, κατά τον Συνήγορο του Πολίτη, ενδεχομένως να υπέπεσε σε ποινικό αδίκημα. Συνεχίζεται έτσι η μακρόχρονη "παράδοση" της λειτουργίας του θεσμού ως Συνηγόρου της ατιμωρησίας, αλλά με 100% βελτίωση από το 2009 που δεν είχε παραπεμφθεί κανείς στον εισαγγελέα (βλ. εδώ).


Έπειτα, ενώ ο Συνήγορος του Πολίτη έχει εκ του νόμου αρμοδιότητα για αυτεπάγγελτες έρευνες, χωρίς δηλαδή να υπάρχει προϋπόθεση υποβολής αναφοράς από θιγόμενο, εντός του 2010 άσκησε μόνον δύο (2) φορές την εν λόγω αρμοδιότητά του (για τις συνθήκες κράτησης στον αερολιμένα Βενιζέλος και στις φυλακές Νεάπολης, Λάρισας και Βόλου (σελ. 27). Είναι υποκριτικό λοιπόν να αναφέρει ότι δεν ασχολείται με ευπαθείς ομάδες για διακρίσεις που υφίστανται, όπως λ.χ. λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, επειδή τάχα δεν έχει αναφορές: ας ανοίξει αυτεπάγγελτες έρευνες για τέτοια θέματα, ώστε να "ξεμπλοκάρει" αυτές τις ομάδες και να πείσει ότι είναι σε θέση να χειριστεί τα προβλήματά τους.

Ο στρουθοκαμηλισμός ξεχειλίζει στο κεφάλαιο του Κύκλου των Δικαιωμάτων του Παιδιού (σελ. 119-137), όπου βέβαια καταγράφονται διάφορες κατηγορίες παιδιών θυμάτων, εκτός από τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Θα πρότεινα στα στελέχη του Κύκλου να δουν τη χθεσινή συγκλονιστική εκπομή "Η τρομοκρατία της αθωότητας" (βλ. εδώ) του Σταύρου Θεοδωράκη, από τη σειρά "Πρωταγωνιστές", όπου ένας gay μαθητής και μια διεμφυλική πρώην μαθήτρια καταγγέλλουν όλα όσα ο Συνήγορος του Παιδιού προτιμά να αποσιωπά στην ετήσια έκθεσή του, περιοριζόμενος μόνο σε αλλοδαπούς, ανάπηρους, εξαρτημένους και φυλακισμένους ανηλίκους. Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι διακρίσεων και bullying εις βάρος των παιδιών, και μάλιστα πολύ πιο συχνοί. Στις Η.Π.Α. είναι το κεντρικό θέμα δημόσιας συζήτησης όσον αφορά τα παιδιά, μέχρι και ο Obama έπαιξε σε σχετικό βίντεο (βλ. εδώ). Πρέπει να αρχίσουν κι εδώ οι καθημερινές αυτοκτονίες lgbt παιδιών για να ευαισθητοποιηθείτε;

Τα ίδια και στον Κύκλο Ισότητας των Φύλων (σελ. 139-155), όπου οι λεσβίες και οι διεμφυλικοί "αγνοούνται" παντελώς, παρά την σχετική σύσταση της επιτροπής του ΟΗΕ (CEDAW) που αναφέρει ότι η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Γυναικών ρητώς αναφέρει ότι οι διατάξεις της πρέπει να εφαρμόζονται και προς την κατεύθυνση της απάλειψης των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού (βλ. εδώ). Η μόνη σχέση του Κύκλου Ισότητας με τα lgbt δικαιώματα είναι ότι "ειδικός επιστήμονας συμμετείχε στη Στρογγυλή Τράπεζα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ με θέμα «Καταπολέμηση των στερεοτύπων και των εγκλημάτων μίσους λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού», που πραγματοποιήθηκε (12–13 Οκτωβρίου) στη Νάπολη" (σελ. 169).

Kαι βέβαια ένα στοιχείο που δεν υπάρχει πουθενά στην Έκθεση είναι οι ατέλειωτες, βασανιστικές καθυστερήσεις στην εξέταση των υποθέσεων. Υπάρχουν αναφορές που "κάθονται" στο Συνήγορο του Πολίτη εδώ και χρόνια, χωρίς καν να υπάρχει ενημέρωση για την τύχη του φακέλου σε περίπτωση που ο χειριστής υπάλληλος μπορεί και να έχει αποσυρθεί από την ανεξάρτητη αρχή.

Δυστυχώς, για άλλη μια φορά, ο Συνήγορος του Πολίτη, στην Ετήσια Έκθεσή του κρύβει πολύ περισσότερα από όσα λέει στους πολίτες. Όλη η αγωνία είναι "η οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολιτών" (βλ. εδώ, δηλώσεις κ. Σπανού), σαν να πρόκειται δηλαδή για ένα γραφείο δημοσίων σχέσεων της Πολιτείας κι όχι έναν ανεξάρτητο μεσολαβητή.




Κυριακή, Μαρτίου 27, 2011

Βιβλίο: Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του


Ο κ. Νίκος Αλιβιζάτος είναι ο πιο μεταδοτικός καθηγητής που είχα στη Νομική Αθήνας (μαζί με τον κ. Κώστα Μπέη), από αυτούς που σε κάνουν να αγαπήσεις το συνταγματικό δίκαιο και να το επιλέξεις ως επιστημονικό αντικείμενο. Με τις πάντα καίριες δημόσιες παρεμβάσεις του, αλλά και την δικηγορική του σταδιοδρομία σε υποθέσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποτελεί ένα πρότυπο για τη δική μας γενιά νομικών. Όταν ήμουν φοιτητής, μοιραζόταν στους πρωτοετείς το σύντομο έργο του για την "Συνταγματική Ιστορία". Ήταν η έκδοση των πανεπιστημιακών του σημειώσεων, από τη διδασκαλία αυτού του μαθήματος στη Σχολή. Στο δικό μου έτος (1997) δίδαξε συνταγματικό δίκαιο και, για όσους τολμηρούς τον είχαν επιλέξει, στο τελευταίο έτος, μας περνούσε από την "ιερά" εξέταση της Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου. Έτυχε να περάσω από την "ιερά" εξέταση αμέσως μετά την Αναθεώρηση του 2001, δηλαδή τον Ιούνιο του ίδιου έτους (η Αναθεώρηση είχε γίνει τον Απρίλιο). Είχαμε μάθει απ' έξω κι ανακατωτά όλα τα κεφάλαια της Αναθεώρησης (περίπου το μισό Σύνταγμα!) και προσωπικά είχα διαβάσει ό,τι είχε γράψει ο καθηγητής στον Τύπο (ήταν ακόμα νωπή η υπόθεση των "ταυτοτήτων", στην οποία είχε εμπλακεί ως εισηγητής στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων), αλλά και τα βιβλία του, σχετικά με τους πολιτικούς θεσμούς και με μια ιδιαίτερη ευαισθησία για την σχέση των μ.μ.ε. με το κράτος και τη δικαιοσύνη. Αλλά και μετά την αποφοίτηση, συνέχισα να παρακολουθώ τον καθηγητή και να διαβάζω τα κείμενά του. Τα πιο ενδιαφέροντα ήταν το βιβλίο "Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός και η θολή συνταγματική αναθεώρηση" και το βιβλίο του για το "Άρθρο 16".

Το βιβλίο "Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στην Νεοελληνική Ιστορία 1800-2010" έχει έναν προκλητικό τίτλο, που παραπέμπει στο "Οpen Society and its Enemies" του C.Popper, τσιτάτο του οποίου παραθέτει ο συγγραφέας σε αρχική σελίδα, μαζί με άλλα του Καντ, του Θεοτοκά και του Σεφέρη. Το βιβλίο, όμως, κρύβει ενδιαφέρουσες εκπλήξεις, σε όσους το προσεγγίσουν με την αστυνομική λογική "αναζητείστε το δολοφόνο" ('whodunit'), αν δηλαδή η προσδοκία είναι να διαβάσουν μια μανιχαϊστική προσέγγιση ανάμεσα σε "καλούς" που είναι υπέρ του Συντάγματος και "κακούς" που το αντιστρατεύονται και το υπονομεύουν. Διότι ως "Σύνταγμα" στο βιβλίο αυτό δεν νοείται βέβαια μόνο το εκάστοτε προετοιμαζόμενο, ισχύον, αναθεωρούμενο κλπ "Σύνταγμα", αλλά το γενικότερο συνταγματικό δίκαιο, το οποίο περιλαμβάνει δικαιοπολιτικές αρχές, άγραφους κοινοβουλευτικούς κανόνες, διεθνές δίκαιο, νομολογία δικαστηρίων και άλλα κανονιστικά σύνολα που συγκροτούν την έννοια του Συντάγματος, τουλάχιστον όπως αυτή είναι σήμερα αντιληπτή.

Έτσι, το βιβλίο αυτό αναφέρεται και σε αναπάντεχους "εχθρούς" του Συντάγματος, τους οποίους το ίδιο το Σύνταγμα "εκδικήθηκε", κατά την σχετική παρατήρηση του συγγραφέα. Διότι, είναι αναπάντεχο να ταξινομείται υπόρρητα σε αυτούς και ο Ανδρέας Παπανδρέου, μόνο και μόνο επειδή άσκησε οξύτατη αντιπολίτευση κατά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975. Όπως εύστοχα εντοπίζει όμως ο Αλιβιζάτος, ο Παπανδρέου δημόσια ομολόγησε, ως πρωθυπουργός πια, ότι "επανεκτίμησε" τις απόψεις του για το Σύνταγμα, όταν είχαν περάσει ορισμένα χρόνια από την εφαρμογή του. Για να στραφεί βέβαια και πάλι "εναντίον" του, με την αναθεώρηση του 1986 που αφαίρεσε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τις λεγόμενες υπερεξουσίες του και εγκαθίδρυσε το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που απονέμει στον Πρωθυπουργό τόση εξουσία όση ίσως μόνον ο βρετανός πρωθυπουργός διαθέτει. Γι' αυτό ο Αλιβιζάτος αναφέει ότι "ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός συνιστά ακραία εκδοχή του κοινοβουλευτισμού πλειοψηφικού τύπου - ή "τύπου Ουέστμινστερ", σύμφωνα με την ορολογία της συγκριτικής πολιτικής επιστήμης (Westminster type majoritarian parliamentarism) - πεμπτουσία του οποίου είναι η εναλλαγή δύο κατ' αρχήν κομμάτων σην εξουσία με τα επόμενα να αρκούνται σε ρόλο περισσότερο διαμαρτυρίας παρά συμμετοχής στην άσκηση της πολιτικής. (...) Στον αντίποδα βρίσκεται βεβαίως ο λεγόμενος "συναινετικός κοινοβουλευτισμός" (consensual parliamentarism), ο οποίος παραδοσιακά ακολουθείται στο Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Δανία, την Φινλανδία και ήδη στις περισσότερες χώρες του πρώην "υπαρκτού σοσιαλισμού"."

Xρησιμοποιώντας μια άμεση κι όχι "τεχνική" γλώσσα, χωρίς υποσημειώσεις, αλλά μόνο με παράθεση αποσπασμάτων κειμένων - τεκμηρίων στο τέλος κάθε κεφαλαίου, το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε νομικούς, αλλά σε κάθε ενδιαφερόμενο. Όπως και η αρθρογραφία του Αλιβιζάτου, έτσι και το βιβλίο αυτό, έχει περισσότερο την λογική της πολιτικής παρέμβασης ενός ειδικού που συστηματοποιεί τα τεκταινόμενα με γνώμονα το σύνταγμα, παρά την εξαντλητική τεκμηρίωση και τη λόγια προσέγγιση της ιστορίας.

Το ενδιαφέρον μου επικεντρώθηκε στις αναλύσεις για τα συντάγματα του Αγώνα, την "βαθεία τομή" του Καραμανλή στη δεκαετία του 1960, αλλά και στην περίοδο της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης. Είναι εντυπωσιακό ότι σε ένα βιβλίο για την νεοελληνική συνταγματική ιστορία ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες για την παρουσίαση της εξέλιξης της προοδευτικής αντιρατσιστικής νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. αλλά και της ίδρυσης και λειτουργίας συνταγματικών δικαστηρίων στην Γαλλία, την Γερμανία και την Ιταλία. Η ίδρυση συνταγματικού δικαστηρίου στην Ελλάδα αποτέλεσε όμως και θέμα δημόσιου διαλόγου ήδη από την "βαθεία τομή" του Καραμανλή και επανήλθε στην τελευταία διαδικασία αναθεώρησης ("αποτυχημένη" την χαρακτηρίζει ο συγγραφέας) του 2008. Το συνταγματικό δικαστήριο της "βαθείας τομής" ήταν μία πρόταση του Κωνσταντίνου Τσάτσου που θα μεταφύτευε στην Ελλάδα τον "θεσμικό" τρόπο της απαγόρευσης του κομμουνισμού, ενώ το συνταγματικό δικαστήριο της αναθεώρησης του 2008 θα ήταν μια περίπτωση αποδυνάμωσης των αρμοδιοτήτων ελέγχου συνταγματικότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνεχίζοντας την σχετική "επίθεση" που είχε αρχίσει σε αυτό το δικαστήριο από την αναθεώρηση του 2001 (κατά την οποία τα τμήματα του ΣτΕ υποχρεωτικά παραπέμπουν ζήτημα αντισυνταγματικότητας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου). Θεωρώ άδικο βέβαια να κρίνουμε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο μόνο από τον διάχυτο αντικομμουνισμό που χαρακτήριζε τον πολιτικό λόγο του, ενώ έχει προσφέρει, από τη δεκαετία του 1920, την επιστημονική επεξεργασία της τελολογικής μεθόδου που καθόρισε την ορθή ερμηνεία των κανόνων δικαίου στην Ελλάδα.

Ο Αλιβιζάτος καταδεικνύει την έλλειψη ανεξάρτητου ελέγχου των συνταγματικών διαφορών, ειδικά όταν αυτές δεν αφορούν ατομικά δικαιώματα (για τα οποία άλλωστε υπάρχει και το ΕΔΔΑ), αλλά όταν σχετίζονται με την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος από κορυφαία πολιτειακά όργανα. Εξέχοντα παραδείγματα, η "ψήφος Αλευρά" και η "παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων" (που αφορούσαν την υπόθεση Κοσκωτά). Και στις δύο περιπτώσεις, η συνταγματική διαφορά επιλύθηκε από την ίδια την Βουλή, δηλαδή από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Δεν ήταν, λοιπόν, μια ανεξάρτητη επίλυση, αλλά η κυριαρχική τομή του ζητήματος από τον ισχυρό "διάδικο" της διαφοράς. Ωστόσο, ο Αλιβιζάτος παρόλο που διαπιστώνει το πρόβλημα, διστάζει να ταχθεί υπέρ της ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου. Είναι μάλλον κατά της ίδρυσης, επειδή προφανώς θεωρεί ότι ένα συνταγματικό δικαστήριο μπορεί να εξελιχθεί σε έναν "εχθρό" του Συντάγματος, όπως θα ήταν το συνταγματικό δικαστήριο της "βαθείας τομής". Προσωπικά διαφωνώ και θεωρώ ότι η σιωπηρή άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασκήσει τις αρμοδιότητές του για αναπομπή νομοσχεδίων, η υπολειτουργία της "ένστασης αντισυνταγματικότητας" στην Βουλή, αλλά και η διαρκής θέσπιση αντισυνταγματικών νομοθετημάτων, σε συνδυασμό με την έλλειψη ενός ένδικου βοηθήματος actio popularis, επιβάλλει τη ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου. Οι ανεξάρτητες αρχές και οι "καταδίκες" από συνταγματολόγους δεν επαρκούν ως αντίβαρα για να παρασχεθεί η ασφάλεια δικαίου που πρέπει να συνοδεύει την επίλυση των συνταγματικών διαφορών. "Κάποιος πρέπει να έχει τον τελικό έλεγχο", μας είχε πει ο καθηγητής το 2οο1, σε μια παράδοση της Σύνθεσης Δημοσίου Δικαίου.

Δύο υποθέσεις ξεχωρίζει ο Αλιβιζάτος ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις, στις οποίες εχθρός του Συντάγματος ήταν τελικά ο ίδιος ο αναθεωρητικός νομοθέτης. Πρόκειται για τις υποθέσεις του "βασικού μετόχου" καθώς και την θέσπιση ασυμβίβαστων επαγγελματικών ιδιοτήτων για τους βουλευτές. Και στις δύο περιπτώσεις, οι συνταγματικές διατάξεις ήταν αντίθετες στο ευρωπαϊκό δίκαιο: ο "βασικός μέτοχος" είχε προβλήματα με το κοινοτικό δίκαιο και τα ασυμβίβαστα είχαν προβλήματα με το δικαίωμα του εκλέγεσθαι όπως κατοχυρώνεται από πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Η ιστορία για τον βασικό μέτοχο είναι πιο γνωστή. Η δεύτερη υπόθεση λύθηκε από το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Λυκουρέζου κατά Ελλάδας: ο γνωστός δικηγόρος είχε χάσει την βουλευτική του έδρα μετά τη θέσπιση του επαγγελματικού ασυμβιβάστου, κατά παράβαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνη του, αφού όταν εξελέγη το 2000 δεν υπήρχε καν η πρόβλεψη ότι θα επιβαλλόταν μια τέτοια απαγόρευση στο Σύνταγμα. Μια λεπτομέρεια που φυσικά δεν αναφέρεται στο βιβλίο είναι ότι δικηγόρος του κ. Λυκουρέζου στο Στρασβούργο ήταν ο κ. Αλιβιζάτος. Αυτό είναι το πιο γοητευτικό στα νομικά: ότι μπορείς να συμβάλλεις όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά και στην πράξη. Κι αυτή είναι μια ικανότητα για την οποία θαυμάζουμε τον κ. Αλιβιζάτο, ως δικηγόρο αλλά και ως επιστήμονα.

Λόγω επικαιρότητας, από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι βέβαια η συνοπτική ανάλυση που γίνεται για τις συνταγματικές επιπτώσεις του Μνημονίου. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλιβιζάτος στο βιβλίο αυτό αποφεύγει να τοποθετηθεί για την ίδια τη διαδικασία της θέσπισης, εάν δηλαδή αποτελεί διεθνή σύμβαση οπότε θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος που επιβάλλει την αυξημένη πλειοψηφία και όχι μόνο την ψήφιση από τους κυβερνητικούς βουλευτές. Θεωρεί όμως ότι η εξουσιοδότηση του υπουργού Οικονομικών να υπογράφει νεά μνημόνια προσκρούει στο άρθρο 36 παρ. 2 του Συντάγματος (που επιβάλλει την κύρωση συνθηκών που επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες με τυπικό νόμο) κι ότι η παραίτηση από τις "ασυλίες λόγω κυριαρχίας" που περιέχει η δανειακή σύμβαση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αντισυνταγματική αναγκαστική εκτέλεση όχι μόνο της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου. Ως προς την επίπτωση του Μνημονίου στα κοινωνικά δικαιώματα (θέμα που αποτέλεσε και αντικείμενο σχετικής προσφυγής του ΔΣΑ και άλλων στο Συμβούλιο της Επικρατείας), ο Αλιβιζάτος θεωρεί ότι είναι "αμφίβολο αν, πέρα από εντελώς οριακές και εξατομικευμένες περιπτώσεις, οι οποίες θα συνιστούσαν ενδεχομένως "απάνθρωπη" ή "εξευτελιστική" μεταχείριση συγκεκριμένων προσώπων (κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ), οι ενστάσεις αυτές θα ευοδωθούν".

Το βιβλίο είναι απολαυστικό για όσους ενδιαφέρονται για συνταγματικά θέματα, είμαι όμως σίγουρος ότι θα αρέσει και σε μη νομικούς, λόγω της δομής του αλλά και της ακομπλεξάριστης γλώσσας του. Σκέφτομαι να το δοκιμάσω, συστήνοντάς το σε φίλους που δεν έχουν σχέση με τα νομικά, αλλά τους ενδιαφέρει η ιστορία και η πολιτική. Αυτό που θα ήθελα περισσότερο, είναι να μάθω τι κρύβεται πίσω από ορισμένα υπονοούμενα (λ.χ. τις "συζητήσιμες απόψεις του κ. Δεκλερή για την πολιτική και τους πολιτικούς": ποιες δηλαδή;) και ορισμένα πιο συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να μπορέσουμε να τα βρούμε για να τα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς (λ.χ. αναφέρεται ότι ένας γερμανός καθηγητής ανέφερε σε μια διάλεξη ότι ο θεμελιώδης νόμος ταυτίζεται με την ερμηνεια του από το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο: ποιος, που, πότε, γιατι;). Αλλά, βέβαια ο καλός καθηγητής δεν είναι αυτός που δίνει "έτοιμη" γνώση, αλλά εκείνος που δίνει τις αφορμές για έρευνα και περαιτέρω αναζήτηση της αλήθειας.





Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2011

Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και η αρχή της αναλογικότητας

Χθες το βράδυ βρέθηκα στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το οποίο συνεδρίαζε για να γνωμοδοτήσει σχετικά με την κατάχωση ή μη του Βωμού του Δωδεκαθέου, ενόψει των έργων που αφορούν τον σιδηρόδρομο. Ήμουν με την πρόεδρο της Ελληνικής Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιωμάτα, την Ηλέκτρα - Λήδα Κούτρα που είχε κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά προ ημερών για το θέμα και κάναμε σαφές ότι θα προχωρήσουμε την υπόθεση σε νομικό επίπεδο, μέχρι τέλους, δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ασχολείται πλέον και με περιβαλλοντικές υποθέσεις υπό το πρίσμα του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Σε νομικό επίπεδο, το θέμα αφορά το συνταγματικό δικαίωμα της πρόσβασης στα πολιτιστικά αγαθά (άρθρο 5 παρ. 1 Σ. σε συνδυασμό με το άρθρο 24 παρ. 1 Σ., άρθρο 8 ΕΣΔΑ), αφού το δικαίωμα απόλαυσης του Βωμού και των άλλων αρχαιοτήτων που βρίσκονται στο εν λόγω σημείο αποτελούν σημαντικά στοιχεία του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Παράλληλα, ο Βωμός ως λατρευτική εγκατάσταση, μπορεί να αποτελέσει ένα σημείο ενάσκησης του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13 Σ., άρθρο 9 ΕΣΔΑ). Αυτά τα δικαιώματα βρίσκονται σε σχέση έντασης προς το γενικότερο δημόσιο συμφέρον των σιδηροδρομικών έργων. Η λύση της "κατάχωσης" συνιστά μια μορφή συντήρησης των αρχαιοτήτων (για τις μελλοντικές γενιές) προκειμένου να εξυπηρετηθεί το δημόσιο έργο, αποστερώντας όμως την σύγχρονες γενιές από το δικαίωμα πρόσβασης στο πολιτιστικό αγαθό. Και με αμφίβολα αποτελέσματα ως προς τη συντήρηση.

Από την παρουσίαση του θέματος που κάναμε στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο μου δόθηκε η εντύπωση ότι μέλη του Συμβουλίου αγνοούν την αρχή της αναλογικότητας. Μας είπαν ότι το μόνο που οφείλουν να λάβουν υπόψη τους είναι ο συγκεκριμένος νόμος περί προστασίας αρχαιοτήτων (Ν.3028/2002). Εμείς τους είπαμε ότι στην στάθμιση που θα πρέπει να κάνουν δεν μπορούν παρά να εκτιμήσουν εάν το μέτρο που προτείνεται (η κατάχωση) είναι αναγκαίο, πρόσφορο και με στενή έννοια αναλογικό ενόψει του γενικότερου σκοπού, χωρίς δηλαδή να καταπνίγεται ο πυρήνας κανενός δικαιώματος. Η αρχή της αναλογικότητας προβλέπεται εξάλλου στο άρθρο 25 του Συντάγματος, ενώ κατά την ειδικότερη έκφανσή της, η αρχή της αειφορίας (ή της "βιώσιμης ανάπτυξης") προβλέπεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών. Ο Ν.3028/2002 δεν εφαρμόζεται από μόνος του, αλλά υπό το φως και λαμβανομένων υπόψη των επιταγών του Συντάγματος. Αυτό θεωρώ ότι τώρα έγινε αντιληπτό από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το οποίο δεν φάνηκε εξοικειωμένο με τη σχετική ανάλυση, μολονότι κατά το άρθρο 25 όλα τα κρατικά όργανα πρέπει να διευκολύνουν την ανεμπόδιση και αποτελεσματική άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Επομένως στη γνωμοδότησή του θα πρέπει να μνημονεύει τις αρχές της αναλογικότητας και της αειφορίας.

Η εφαρμογή αυτών των αρχών, όπως έχει νομολογήσει το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν εκπονηθεί σχετικές μελέτες για την εκτίμηση των σχέσεων κόστους - οφέλους, κι αυτό όμως όχι μόνο προς μια πλευρά. Στην εισήγησή της η πρόεδρος της Ελληνικής Δράσης τόνισε ότι θα πρέπει να εκπονηθεί και μια μελέτη που να εξετάζει τα διαφυγόντα κέρδη από την μη αξιοποίηση των αποκαλυφθέντων μνημείων για το Ελληνικό Δημόσιο και τις χρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν για λόγους τουρισμού.

Ένα επιχείρημα που ακούστηκε από την εισηγήτρια του ΚΑΣ είναι ότι το έργο προϋπήρχε και ότι τα μνημεία δεν αποκαλύφθηκαν τώρα. Αυτό όμως δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στα πολιτιστικά αγαθά, γιατί διαφορετικά δεν θα έπρεπε να γίνονται καν ανασκαφές. Εξάλλου, άλλο ήταν το συνταγματικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο δικαιωμάτων πριν από 100 χρόνια κι άλλο σήμερα.


Τρίτη, Μαρτίου 22, 2011

Αναζητείται συνταξιούχος για Συμπαραστάτης του Δημότη

Χθες θα γινόταν η δεύτερη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, με πρώτο θέμα (ανάμεσα σε άλλα 98), την εκλογή του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Τελικά δεν έγινε η συνεδρίαση λόγω των εξελίξεων με τους συμβασιούχους. O Δήμαρχος αρνήθηκε να προχωρήσει η διαδικασία του δημοτικού συμβουλίου με αυτές τις συνθήκες, εγείροντας το ζήτημα της στατικότητας του Μεγάρου με τόσο κόσμο μέσα, αλλά δήλωσε και ότι δεν είναι νομοθέτης για να λύσει το θέμα των συμβασιούχων. Δεν είναι νομοθέτης, είναι σεισμολόγος.

Από συζητήσεις που είχα με δημοτικούς συμβούλους προέκυψε ότι οι παρατάξεις δεν έχουν συνεννοηθεί για την εξεύρεση ενός προσώπου κοινής αποδοχής. Η αυξημένη πλειοψηφία 2/3 για την εκλογή του Συμπαραστάτη προϋποθέτει ευρύτερη συνεννόηση, καθώς ούτε η πλειοψηφία, αλλά ούτε και η αντιπολίτευση μπορεί να επιβάλλει τον εκλεκτό της.

Διαπίστωσα όμως ότι υπάρχει διάχυτη η αντίληψη ότι ο Συμπαραστάτης του Δημότη θα λειτουργεί "ανταγωνιστικά" προς τους δημοτικούς συμβούλους και ότι τον βλέπουν σαν ένα εκλογικά επικίνδυνο πρόσωπο, που θα μπορούσε να κατέβει μετά υποψήφιος σύμβουλος έχοντας χτίσει ήδη σχέσεις εμπιστοσύνης με τους δημότες. Εδώ βέβαια μια απάντηση έρχεται από τον ίδιο τον Καλλικράτη: ο Συμπαραστάτης του Δημότη δεν έχει δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος, ενώ δεν έχει δικαίωμα ούτε καν να επανεκλεγεί ως Συμπαραστάτης στην αμέσως επόμενη περίοδο. Το άρθρο 14 του Καλλικράτη το αναφέρει ρητά ως κώλυμα εκλογιμότητας:

"1. Δεν μπορούν να εκλεγούν ή να είναι δήμαρχοι, δημοτικοί σύμβουλοι, σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας ή εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας:
(α)...
(β) Γενικοί Γραμματείς και υπάλληλοι των δήμων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και εάν υπηρετούν, καθώς και δημοτικοί συμπαραστάτες, στους δήμους όπου υπηρετούν."

Εξάλλου το άρθρο 77 αναφέρει ότι στη θέση του Συμπαραστάτη εκλέγεται πρόσωπο που δεν παρουσιάζει τα κωλύματα και ασυμβίβαστα του άρθρου 14. Άρα ως Συμπαραστάτης δεν μπορεί, κατά το άρθρο 77 να εκλεγεί κάποιος που υπηρετεί ήδη ως Συμπαραστάτης (απαγόρευση διαδοχικής επανεκλογής).

Παρ' όλ' αυτά, υπάρχουν οι φόβοι δημοτικών συμβούλων και παρατάξεων, ότι ο Συμπαραστάτης θα είναι κάποιος που θα συγκεντρώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών και θα παρέμβει στη σχέση τους με τους ψηφοφόρους. Δεν είναι τυχαίο ότι η παράταξη του ΚΚΕ έχει πει ότι δεν είναι απαραίτητος αυτός ο θεσμός, αφού οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται από τα σωματεία τους, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τους δημοτικούς συμβούλους, λες και ο Συμπαραστάτης είναι εκπρόσωπος κι όχι ανεξάρτητη αρχή.

Άκουσα μάλιστα ότι αναζητείται ένα ηλικωμένο πρόσωπο που θα έχει ολοκληρώσει την πορεία του, προκειμένου να μην γίνει ανταγωνιστικός σε σχέση με τους δημοτικούς συμβούλους. Να προσδώσει αυτός το κύρος του στον θεσμό κι όχι ο θεσμός το κύρος στο πρόσωπο.

Επομένως, αναζητείται κάποιος συνταξιούχος δικαστικός ή δήμαρχος (όπως έγινε στο Δήμο Παπάγου - Χολαργού , όπου εξελέγη ως Συμπαραστάτης ο προ πολλών ετών δήμαρχος), όπως έχει γίνει και σε άλλες ανεξάρτητες αρχές, προκειμένου ως ανώδυνο πρόσωπο να μην αγχώσει τους πολιτικούς διαχειριστές των δημόσιων πραγμάτων.

Η απάντηση σε όλα αυτά: διαφάνεια και δημοσιότητα. Καλέστε τους υποψηφίους και υποβάλλετέ τους ανοιχτά σε εξαντλητικό έλεγχο, με ερωτήσεις για το πως θα υλοποιήσουν τον θεσμό στην πράξη. Κάποτε πρέπει να κρίνουμε με βάση την ουσία και την ικανότητα, όχι τους τύπους και τις ιδιότητες, κι αυτή η διαδικασία είναι σχεδιασμένη για να αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον το κατά πόσον οι πολιτικοί έχουν επίγνωση της λειτουργίας των θεσμών που υπηρετούν.



Κυριακή, Μαρτίου 20, 2011

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιώνει εν μέρει την Naomi Campbell

To Φεβρουάριο του 2001, η εφημερίδα Daily Mirror κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο το γνωστό μοντέλο και τίτλο "Naomi: είμαι εξαρτημένη από ναρκωτικά". Στο εσωτερικό της εφημερίδας υπήρχαν άρθρα που συνοδεύονταν από φωτογραφίες που ελήφθησαν κρυφά, ενώ το μοντέλο βρισκόταν στο δρόμο, κοντά στο κέντρο των Ανώνυμων Ναρκωμανών (βλ. εδώ δελτίο τύπου ΕΔΔΑ).

Ο δικηγόρος της Naomi Campbell έγραψε στην εφημερίδα ότι αυτό το δημοσίευμα παραβίαζε την ιδιωτικότητα του μοντέλου, ζητώντας από την εφημερίδα να δεσμευθεί ότι δεν θα δημοσιεύσει άλλο σχετικό υλικό. Όμως, η εφημερίδα αντί να συμμορφωθεί, απάντησε με τη δημοσίευση κι άλλων φωτογραφιών και με τη δημοσίευση ειρωνικών άρθρων εις βάρος της, βγαίνοντας με τίτλο "Αξιολύπητη" ("Pathetic"), με φράσεις όπως "μετά από χρόνια αυτοπροβολής και παράνομης χρήσης ναρκωτικών η Naomi Campbell κλαίγεται για ιδιωτικότητα" και "εαν η Νaomi Campbell θέλει να ζήσει σαν καλόγρια, αφήστε την να πάει σε μοναστήρι. Εάν θέλει τον ενθουσιασμό της show business, πρέπει να αποδεχθεί όσα την συνοδεύουν". Σημειωτέον, ότι το μοντέλο σε προηγούμενο στάδιο, κατά το οποίο είχε νοσηλευθεί και είχε υποβληθεί σε πλύση στομάχου, είχε αρνηθεί ότι έκανε χρήση ναρκωτικών.

Το γνωστό μοντέλο προσέφυγε φυσικά στην Δικαιοσύνη για να αντιμετωπίσει την αισχρή αυτή επίθεση στην ιδιωτική της ζωή. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Μεγάλης Βρετανίας έκρινε ότι αφού η Naomi είχε αρνηθεί δημόσια ότι έκανε τη χρήση ναρκωτικών, αυτομάτως το θέμα ήταν δημόσιου ενδιαφέροντος, αλλά αυτό δεν επέτρεπε την δημοσίευση των φωτογραφιών της και όλων των ανωτέρω προσβλητικών σχολίων από την Mirror. Με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταδικάσει την εφημερίδα σε αποζημίωση 3.500 λιρών Μ.Βρετανίας και 1.000.000 λιρών Μ.Βρετανίας σε δικαστικά έξοδα, λόγω της σχετικής συμφωνίας της Naomi με τον δικηγόρο της.

Η Mirror προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, επικαλούμενο παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, λέγοντας ότι δεν παραβίασε την ιδιωτικότητα και ότι δεν έπρεπε να πληρώσει ένα τόσο μεγάλο ποσό για δικαστικά έξοδα.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπογράμμισε φυσικά τον σοβαρό ρόλο του Τύπου σε ένα κράτος δικαίου, αλλά έκρινε ότι αφού ο μόνος σκοπός του δημοσιεύματος ήταν να ικανοποιηθεί η περιέργεια ενός "ειδικού κοινού" γα τις πληροφορίες της ιδιωτικής ζωής ενός δημόσιου προσώπου, τα δημοσιεύματα αυτά δεν συνέβαλαν σε μια δημόσια αντιπαράθεση γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ελευθερία της έκφρασης γνωρίζει κατώτερο επίπεδο προστασίας, καθώς υπερέχει η προστασία της ιδιωτικότητας του προσώπου. Η δημοσίευση αυτών των φωτογραφιών είχε ζημιώσει την κ. Campbell και δεν ήταν απαραίτητη για την τεκμηρίωση των πληροφοριών περί εξάρτησης από τα ναρκωτικά: το δημόσιο ενδιαφέρων μπορούσε να έχει ικανοποιηθεί από την δημοσίευση των άρθρων για τα ίδια τα περιστατικά όσον αφορά την εξάρτησή της και την θεραπεία της, οπότε η δημοσίευση των φωτογραφιών ήταν λοιπόν μια δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα της κ. Campbell για σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής. Επομένως η καταδίκη της εφημερίδας για παραβίαση ιδιωτικότητας δεν παραβίαζε την ελευθερία της έκφρασης (ένας δικαστής μειοψήφισε ως προς αυτό).

Ωστόσο, όσον αφορά τη συμφωνία της Campbell με τον δικηγόρο της για καταβολή ποσού 1.000.000 σε περίπτωση επιτυχίας ("success fee"), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε διαφορετική προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Μ.Β. Αναγνώρισε ότι το μοντέλο ήταν πλούσιο και γι' αυτό δεν ήταν κάποιος που κινδύνευε για οικονομικούς λόγους να μην έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, περίπτωση για την οποία έχει κυρίως θεσπιστεί η δυνατότητα του success fee. Ως προς αυτό το κεφάλαιο λοιπόν το Ευρωδικαστήριο διέγνωσε ότι όντως παραβιάστηκε το άρθρο 10 περί ελευθερίας της έκφρασης της εφημερίδας που υποχρεώθηκε να πληρώσει το ποσό αυτό από τα εθνικά δικαστήρια.



Παρασκευή, Μαρτίου 18, 2011

To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο ανατρέπει την απόφαση για τον Εσταυρωμένο στις σχολικές αίθουσες

Το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέδωσε σήμερα την απόφασή του (σε δεύτερο και τελικό βαθμό) για την υπόθεση του αναρτημένου θρησκευτικού συμβόλου του σταυρού στα σχολεία της Ιταλίας. Σύμφωνα με την απόφαση κρίθηκε ότι δεν παραβιάστηκε το Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, η παρουσία του σταυρού στα σχολεία κρίνεται ότι δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. (Πλήρες κείμενο εδώ).

Σε πρώτο βαθμό, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε κρίνει το 2009 ότι η παρουσία του σταυρού στις αίθουσες παραβίαζε το παραπάνω δικαίωμα στην εκπαίδευση, σε συνδυασμό με το δικαίωμα στην θρησκευτική ελευθερία. Τον Ιανουάριο του 2010 η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλε έφεση για επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και η ακροαματική διαδικασία έγινε στις 30 Ιουνίου 2010 στο Στρασβούργο.

Στην υπόθεση παρενέβησαν:
1) 33 Ευρωβουλευτές,
2) 7 Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, ανάμεσα στις οποίες και το Ελληνικό Παρατηρητήριο Συμφωνιών του Ελσίνκι,
3) Οι Κυβερνήσεις 10 κρατών, ανάμεσα στις οποίες και της Ελλάδας, η οποία υποστήριξε ότι η παρουσία του σταυρού στην αίθουσα δεν παραβιάζει τα δικαιώματα των μαθητών.

Τελικά το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ενώ ο σταυρός είναι θρησκευτικό σύμβολο, δεν αποδείχθηκε ότι η παρουσία του εντός μιας σχολικής αίθουσας θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στους μαθητές. Περαιτέρω, μολονότι αναφέρει ως "κατανοητό" τον ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι ο σταυρός σε δημόσιο σχολείο δείχνει έλλειψη σεβασμού του Κράτους απέναντι στο δικαίωμά της να μεγαλώσει το παιδί της με βάση τις δικές της φιλοσοφικές πεποιθήσεις, η θέση αυτή δεν ήταν επαρκής για να θεμελιωθεί η παραβίαση του άρθρου 2 του 1ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Η Ιταλική Κυβέρνηση είχε πει ότι η παρουσία των σταυρών στα σχολεία απηχεί μια παράδοση που θεωρήθηκε ότι πρέπει να ακολουθηθεί. Συμπλήρωσε ότι πέρα από το θρησκευτικό σκέλος, ο σταυρός συμβολίζει τις αρχές και αξίες των θεμελίων της δημοκρατίας και του δυτικού πολιτισμού και ότι η παρουσία του στις τάξεις ήταν εύλογη ως προς αυτή την πτυχή. Ως προς το πρώτο σκέλος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αφού αναγνώρισε την ευχέρεια του κράτους για τέτοια θέματα, επισήμανε ότι η αναφορά στην παράδοση δεν επαρκεί για να περιορίσει την υποχρέωση του κράτους από τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ως προς το δεύτερο ζήτημα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέφυγε να τοποθετηθεί στην αντιπαράθεση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στα ιταλικά δικαστήρια για το νόημα του συμβόλου σταυρού.

Περαιτέρω επιχειρήματα του ΕΔΔΑ για την απόφασή του ήταν ότι η παρουσία του σταυρού δεν συνδεόταν με την υποχρεωτική διδασκαλία του Χριστιανισμού, καθώς η Ιταλία έχει ανοίξει το σχολικό περιβάλλον και σε άλλες θρησκείες και οι μαθητές επιτρέπεται να φέρουν σύμβολα ή ρούχα με θρησκευτικές συμπαραδηλώσεις. Το ΕΔΔΑ εκτίμησε δηλαδή ότι το συνολικό περιβάλλον ήταν αρκετά ανεκτικό ως προς το θρήσκευμα.

Τρεις δικαστές μειοψήφισαν, ανάμεσα στους οποίους και ο κ. Ροζάκης.

Δύο δικαστές εξέφρασαν μια αποκλίνουσα γνώμη.

Ένα πρώτο σχόλιο από την αρχική ανάγνωση της απόφασης είναι πως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει εκδώσει μια απόφαση, σε όλη την έκταση της οποίας υπερασπίζεται την θρησκευτική ελευθερία και στην πραγματικότητα επικυρώνει την πρωτοβάθμια απόφασή του, ότι ο σταυρός δεν έχει καμία θέση στις σχολικές αίθουσες. Η μόνη καινοτομία της απόφασης αυτής, περιορίζεται σε μια μόνο φράση, στην παράγραφο 72 της απόφασης: ένας σταυρός στον τοίχο αποτελεί "παθητικό σύμβολο", το οποίο δηλαδή δεν λειτουργεί επιθετικά στην συνείδηση των μαθητών, όπως η διδασκαλία των θρησκευτικών ως κατηχητικού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ξέρει πολύ καλά ότι αυτή η αιτιολογία είναι έωλη και ως νομολογία είναι έτοιμη να καταρρεύσει με την παραμικρή προσβολή: αν η υπόθεση αφορούσε την παρουσία του σταυρού στα Δικαστήρια, ιδίως στην περίπτωση που δικάζεται ένας μη - Χριστιανός πολίτης, η θεωρία του "παθητικού συμβόλου" θα εκτοπιζόταν πολύ εύκολα έναντι των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη χωρίς διακρίσεις. Όπως έγινε πρόσφατα στην υπόθεση του όρκου στα Ελληνικά δικαστήρια (Δημητράς κ.α. κατά Ελλάδας βλ. εδώ).

Στην απόφαση υπάρχει το κρυμμένο μήνυμα ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν ταυτίζεται με το αποτέλεσμα της απόφασης, το οποίο υποχωρεί απλώς στην ανελέητη κριτική που ασκήθηκε εις βάρος του ΕΔΔΑ λόγω της πρωτόδικης απόφασης Lautsi, με κίνδυνο να καταρρεύσει στα μάτια των ακόμη πλειοψηφούντων χριστιανικών πληθυσμών της μείζονος Ευρώπης ένας τόσο σημαντικός δικαστικός θεσμός.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην πραγματικότητα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφασή του, αλλά για λόγους ισορροπίας κράτησε την απόσταση που έπρεπε στο πιο σημαντικό σημείο της: στο διατακτικό της, αυτό που θα απασχολήσει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αυτό που θα γίνει ερύτερα γνωστό: δεν απαγορεύονται οι σταυροί στα σχολεία. Όσοι διαβάσουν την απόφαση, οι λιγότεροι δηλαδή, θα καταλάβουν ότι στην πραγματικότητα η απόφαση απαγορεύει τους σταυρούς, αλλά επιφυλάσσεται να το πει στο μέλλον, όταν οι σταυροί θα έχουν κατέβει από μόνοι τους και κάποιος προσφεύγων θα επιχειρήσει να τους επαναφέρει δια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, οπότε θα χάσει κι αυτός την υπόθεση.






Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2011

Αυτοπρόσωπη παρουσία υποψήφιων Συμπαραστατών στην Αθήνα

Πριν λίγο δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τον Δήμο Αθηναίων. Με καλούσαν στη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου που θα γίνει τη Δευτέρα, για την επιλογή του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης.

Πρόκειται για μια σημαντική μεταστροφή του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος κατά την προηγούμενη συνεδρίαση (28.2.2011) δεν είχε απευθύνει προσκλήσεις, με αποτέλεσμα να παρευρίσκονται μόνον οι έξι (6) από τους συνολικά δώδεκα (12) υποψήφιους. Σημειωτέον ότι η είσοδος στο μέγαρο της πλατείας Κοτζιά είναι αυστηρά ελεγχόμενη και εάν κάποιος δεν είναι εφοδιασμένος με πρόσκληση από δημοτικό σύμβουλο ή παράταξη δεν επιτρέπεται να εισέλθει στο χώρο.

Η ομάδα εργασίας για τον Συμπαραστάτη των Αθηναίων είχε εντοπίσει αυτό το πρόβλημα αδιαφάνειας και είχε υποβάλει από τις 14.2.2011 στον Δήμαρχο ένα έγγραφο με το οποίο ζητούσε την αυτοπρόσωπη παρουσία των υποψηφίων στο δημοτικό συμβούλιο, ώστε η διαδικασία να έχει την απαιτούμενη δημοσιότητα και να τηρηθούν στοιχειώδεις κανόνες διαφάνειας (βλ. εδώ). Αρχικά, η πρότασή μας δεν ελήφθη υπόψη με αποτέλεσμα η πρώτη συνεδρίαση να γίνει κεκλεισμένων των θυρών για τους υποψηφίους, εκτός φυσικά από την περίπτωση όσων είχαν εξασφαλίσει την είσοδο στη διαδικασία με κάποια πρόσκληση (βλ. εδώ για την πρώτη συνεδρίαση).

Τώρα όμως που επίκειται η δεύτερη -και τελευταία, κατά τον Καλλικράτη- συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου για την επιλογή του Συμπαραστάτη, επικράτησε η άποψη που υποστηρίζουμε από την αρχή: ανοικτές, διαφανείς διαδικασίες.

Ωστόσο, οι ανοικτές διαδικασίες θα πρέπει να αφορούν και τη διαβούλευση των δημοτικών παρατάξεων, η οποία σαφώς και απαιτείται, δεδομένης της αυξημένης πλειοψηφίας που επιβάλλει ο Καλλικράτης για την επιλογή του προσώπου κοινής αποδοχής. Εφόσον λοιπόν η τυχόν διαβούλευση και οι πιθανές συνεννοήσεις εκτός, πριν και πέραν του δημοτικού συμβουλίου δεν έχουν γνωρίσει δημοσιότητα και δεν έχουν γίνει με όρους διαφάνειας (λ.χ. έστω εκ των υστέρων ανακοινώσεις), μια αδιαφανής επιλογή του προσώπου δεν "θεραπεύεται" με μόνη την παρουσία των ανθυποψηφίων του στο δημοτικό συμβούλιο.

Γι' αυτό, μπορεί μεν έγινε ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά αυτό αποτελεί το minimum.

Μια παρουσίαση για τον Συμπαραστάτη των Αθηναίων μπορείτε να δείτε εδώ:



Δεν χρειάζεται νόμος για τις διαδηλώσεις

Διαβάζουμε τις προτάσεις του Δημάρχου Αθηναίων για θέσπιση νομοθετικού πλαισίου που να προσδιορίζει τις επιτρεπόμενες διαδηλώσεις (βλ. εδώ). Είναι μια συνεπής στάση, καθώς το είχε υποστηρίξει και προεκλογικά (βλ. εδώ). Υποστηρίζει τη θέσπιση ενός εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου, που να δίνει λύσεις για να "μην κλείνουν οι δρόμοι", να υποστηρίζει την "ανάγκη εξορθολογισμού των πορειών και διαδηλώσεων".

Πρωτ' απ' όλα, νομικό πλαίσιο "για να μην κλείνουν οι δρόμοι" υπάρχει. Ο ποινικός κώδικας ήδη προβλέπει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών (άρθρο 292). Το κατά πόσον εφαρμόζεται δεν είναι πια ζήτημα της νομοθεσίας.

Έπειτα, ειδικός νόμος για τις διαδηλώσεις επίσης υπάρχει. Είναι τα ν.δ. 794/1971 (βλ. εδώ) και το β.δ. 269/1972 (βλ. εδώ), της Χούντας. Τα οποία είναι αντισυνταγματικά και πρέπει να καταργηθούν. Ένας νόμος που θα τα καταργεί, πράγματι, είναι απαραίτητος. Αλλά όχι ένας "νόμος για τις διαδηλώσεις", αφού ο νόμος για τις διαδηλώσεις πρέπει να είναι μόνο το Σύνταγμα.

Ας μην ξεχνάμε ότι το δικαίωμα στη διαδήλωση είναι συνταγματικό (άρθρο 11 Σ, βλ. εδώ) και ότι οι περιορισμοί του είναι επιτρεπτοί μόνον εφόσον προβλέπονται από το ίδιο το Σύνταγμα ή από νόμο κι εφόσον είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 Σ. βλ. εδώ).

Επίσης το δικαίωμα στη διαδήλωση κατοχυρώνεται και ως ανθρώπινο δικαίωμα, από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρθρο 11 ΕΣΔΑ, βλ. εδώ).

Η υπερρύθμιση των ατομικών δικαιωμάτων, με αναλυτικές διατάξεις επιτρεπόμενων ή απαγορευόμενων υποπεριπτώσεων δεν βοηθά πάντοτε στην χαρτογράφηση της ελευθερίας. Γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις η ελευθερία γίνεται απλώς το "παραθυράκι" του νόμου. Η ελευθερία πρέπει να είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση.


Δευτέρα, Μαρτίου 14, 2011

Ρητορική εκτός πεδίου διαλεκτικής

Η νομική συζήτηση για την ποινικοποίηση του μισαλλόδοξου λόγου κινείται μεταξύ κρίσεων αντισυνταγματικότητας, ενόψει της ελευθερίας της έκφρασης, και επίκλησης του διεθνούς κι ευρωπαϊκού δικαίου που επιβάλλει την ποινικοποίηση. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια πολιτική συζήτηση, η οποία προτάσσει την κατάργηση των απαγορεύσεων όσον αφορά τον λόγο, κάτι που αφορά διαφορετικό συνταγματικό πλαίσιο.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη συζήτηση που δεν έχει ανοίξει και αφορά τις αρχές της διαλεκτικής του δημόσιου λόγου. Μια συζήτηση που διερευνά σε πιο ουσιαστικό επίπεδο την ποιότητα του μισαλλόδοξου λόγου, την στόχευσή του και την σχέση του με την ελευθερία της έκφρασης. Μια συζήτηση που θα αναζητήσει με τα εργαλεία της μεθοδολογίας την κανονιστική αποτελεσματικότητα και το ερώτημα περί της απαγόρευσης, όχι πια με νομικούς όρους, αλλά με όρους κατηγορήματος.

Ρυθμιστική ύλη της ελευθερίας της έκφρασης είναι το πεδίο του λόγου που μπορεί και να μην αντιστοιχεί στις επίσημες κανοναρχημένες δομές, είτε αυτές εκφράζονται μέσα από την επίσημη γλώσσα της πολιτειακής εξουσίας, είτε από τις κυρίαρχες αντιλήψεις όσων κατευθύνουν την κοινή γνώμη. Η ατομική ελευθερία έκφρασης έχει νόημα ακριβώς για τις μη δημοφιλείς απόψεις, εκείνες που μπορεί να διώκονται ή ακόμη και να καταπνίγονται από τη σίγαση που εκ των πραγμάτων επιβάλλει ένα κυρίαρχο ρεύμα. Η ουσία αυτή βρίσκεται στην καρδιά κάθε ατομικής ελευθερίας, η αναγνώριση της οποίας στην ουσία θωρακίζει κατ' ελάχιστο ένα άτομο έναντι του συνόλου. Αυτή η προσέγγιση δεν επικροτεί λοιπόν ως θεωρητικά ακριβές ότι τα ατομικά δικαιώματα είναι η προστασία των μειονοτήτων, αφού αυτό αποτελει απλώς μια εμπειρική παρατήρηση που πολύ συχνά γίνεται και αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης. Τα ατομικά δικαιώματα δεν έρχονται για να επιλύσουν τα προβλήματα των μειοψηφιών έναντι των πλειοψηφιών, αλλά αφορούν κάθε άτομο ξεχωριστά έναντι του συνόλου.

Στις θεμελιακές δικαιολογήσεις της ελευθερίας του λόγου βρίσκεται η ίδια η εξέλιξη και η αυτοπραγμάτωση του ατόμου, αλλά και η ανάγκη για συνθήκες πλουραλισμού που πρέπει να διεκδικεί κάθε δημοκρατική κοινωνία. Η εξέλιξη δεν υπηρετείται τόσο από την συνέχιση και την αναπαραγωγή των στερεοτύπων, αλλά κυρίως από τη ρήξη με αυτά και την αναζήτηση νέων ιδεών και απόψεων, όσο κι αυτές μπορεί να προσβάλλουν, να σοκάρουν ή να ανατρέπουν κρατούσες αντιλήψεις για την αισθητική ή την ηθική. Αυτό και πάλι όμως δεν σημαίνει ότι η ελευθερία της έκφρασης κατοχυρώνεται μόνο για αυτές τις απόψεις που δεν είναι αρεστές στα κυρίαρχα ρεύματα σκέψης. Η ελευθερία αναγνωρίζεται ως καθολικό αγαθό, με φορέα κάθε άτομο, ανεξάρτητα από το οι απόψεις του ατόμου υπηρετούν ή όχι τις δικαιολογητικές βάσεις της ελευθερίας της έκφρασης. Εάν όμως το άτομο αυτό επικαλείται την ελευθερία του για να ασκήσει εξουσία ή αρμοδιότητα που ούτως ή άλλως κατέχει, τότε η επίκληση αυτή θα υπηρετεί άλλο στόχο κι όχι την ενάσκηση του δικαιώματος. Έτσι περιγράφεται, σε ένα αφαιρετικό σχήμα, η έννοια της κατάχρησης, η οποία πρέπει να αποτελεί συμπέρασμα μιας διαδικασίας πολλαπλών εκτιμήσεων με εξαιρετικά δυσχερή την απομάκρυνση υποκειμενικών στοιχείων. Θα πρέπει πάντως να αποδεχθούμε ότι η κατάχρηση δεν είναι ξένη ούτε στο πεδίο της ενάσκησης των ατομικών ελευθεριών, τουλάχιστον όταν η προσχηματική επίκληση των ελευθεριών γίνεται προκειμένου να αποκτήσει μια υφιστάμενη αρμοδιότητα το επιπλέον επίχρισμα μιας ιδιότητας με ηθική επαύξηση. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο δημόσιος λόγος των κρατικών λειτουργών που όταν ασκείται με χρήση όλων των εφοδίων της αρμοδιότητάς τους, δυσχερώς θα μπορούσε να ταυτίζεται με την παράλληλη ενάσκηση ατομικού δικαιώματος έκφρασης.

Στον δημόσιο λόγο αναγνωρίζονται ευρύτατα δύο θεωρητικές κατηγορίες: η μία αφορά την αναπαραγωγή πραγματικών περιστατικών και η άλλη αφορά την διατύπωση αξιολογικών κρίσεων. Στην πρώτη περίπτωση γίνεται λόγος για πράξεις, καταστάσεις, συμβάντα. Στη δεύτερη περίπτωση περιλαμβάνονται οι απόψεις, οι χαρακτηρισμοί, οι κρίσεις. Η έννοια της προσβολής μπορεί να εκδηλωθεί και στις δύο κατηγορίες. Με τη διάδοση ψευδών ειδήσεων, ο δημόσιος λόγος πλήττει την αλήθεια ως προς την πρώτη κατηγορία. Με τις καταφρονητικές εκφράσεις, ο δημόσιος λόγος πλήττει την υπόληψη ατόμων. Η έννοια της έκφρασης περιλαμβανει και τις δύο αποκλίσεις, οπότε ένα ζήτημα είναι αν η ελευθερία της έκφρασης πρέπει επίσης να περιλαμβάνει και τις δύο αποκλίσεις, καλύπτοντας κάθε τέτοια περίπτωση.

Στην περίπτωση του μισαλλόδοξου λόγου, οι δύο κατηγορίες αναπτύσσονται και πάλι σε αντίστοιχους στόχους. Ο μισαλλόδοξος λόγος στοχεύει τις εγγενείς ή μόνιμες ιδιότητες ατόμων ή ομάδων. Βάλλει εναντίον της φυλής, της εθνικότητας, του χρώματος, της σεξουαλικότητας, του φύλου. Κάποτε αφορά και λιγότερο εγγενείς περιπτώσεις, οι οποίες όμως είναι βαθιά εγεγγραμμένες στην προσωπική ταυτότητα και καθορίζουν το άτομο: την γλώσσα και την θρησκεία. Εδώ θα πρέπει να γίνει σαφές ότι στον μισαλλόδοξο λόγο δεν εμπίπτει κάθε είδους θετική ή αρνητική αναφορά στα παραπάνω χαρακτηριστικά, περίπτωση στην οποία θα υπήρχε όντως σχέση έντασης με την ελευθερία. Ως απόκλιση της πρώτης κατηγορίας, ο μισαλλόδοξος λόγος εμφανιζεται ως στρέβλωση πραγματικών περιστατικών: αρνείται, εκμηδενίζει, επιβραβεύει πραγματικά περιστατικά τα οποία ενέχουν ειδική βαρύτητα σε σχέση με άτομα ή ομάδες, με μόνο συνδετικό τις εγγενείς ιδιότητές τους. Στο επίπεδο της δεύτερης κατηγοριας δημόσιας έκφρασης, ο μισαλλόδοξος λόγος βάλλει εναντίον του ατόμου μόνο λόγω των ίδιων των εγγενών ιδιοτήτων του. Σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση προσβάλλεται η ιδιότητα - στόχος του ατόμου. Ωστόσο, είναι περισσότερο από προφανές ότι η ίδια η αντικειμενικοποίηση της ιδιότητας - στόχου συνιστά μια βαθύτερη προσβολή: η ιδιότητα δεν υφίσταται χωρίς το άτομο, το οποίο τελικά υποβιβάζεται σε/ και ταυτίζεται με την ίδια την ιδιότητα, χάνοντας έτσι την ατομικότητά του, από το φορέα του μισαλλόδοξου λόγου. Ο μισαλλόδοξος λόγος εκμηδενίζει έτσι κάθε άλλο ανθρώπινο χαρακτηριστικό και βάλλει εναντίον της ιδιότητας - στόχου, κατακερματίζοντας την ακεραιότητα της ύπαρξης.

Ενώ η ελευθερία της έκφρασης αναπτύσσεται ιδίως στο πεδίο της κριτικής (δεύτερη κατηγορία δημόσιου λόγου: αξιολογικές κρίσεις) που μπορεί να φτάσει σε θεμιτές προσβολές, το ίδιο το πεδίο της κριτικής, από τη φύση της έννοιας, έχει συγκεκριμένα πλαίσια ανάπτυξης που προσδιορίζονται από την αλληλεπίδραση με τον κρινόμενο στόχο. Όταν ο κρινόμενος στόχος είναι μια εγγενής ή μόνιμη ιδιότητα, η κριτική δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής, σε επίπεδο διαλεκτικής, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα αλληλεπίδρασης. Το γεγονός ότι ο κρινόμενος στόχος δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την κριτική είναι ένα εξ ορισμού στοιχείο του μισαλλόδοξου λόγου. Γι' αυτό και ο μισαλλόδοξος λόγος δεν είναι απευθυντέος, δεν αναδεικνύει φαινόμενα που μπορούν να μεταβληθούν μέσα από τη διαδικασία της ανταλλαγής απόψεων, διότι στοχεύει ακριβώς και κατ' επιλογήν σε αυτά που δεν μπορούν να αλλάξουν. Αυτό το χαρακτηριστικό από μόνο του δεν αρκεί για να θεωρηθεί ως λόγος αθέμιτος, αλλά όταν το αμετάβλητο αφορά εγγενείς ιδιότητες και μάλιστα εν γνώσει του φορέα του μισαλλόδοξου λόγου, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια αρχετυπική περίπτωση προσβολής του ατόμου για ιδιότητα που δεν έχει επιλέξει, άρα δεν είναι υπεύθυνο γι' αυτή και συνεπώς ούτε ελεγκτέο. Ο μισαλλόδοξος λόγος βάλλει έτσι εναντίον της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι αφηρημένα, αλλά όπως ενσαρκώνεται από τον εκάστοτε στόχο, γεγονός με το οποίο δεν θα υπήρχε πρόβλημα, εάν ήταν αντιμετωπίσιμο με προστατευτικά - αμυντικά επιχειρήματα. Ο άνθρωπος που καθίσταται στόχος του μισαλλόδοξου λόγου, έχει εξ ορισμού χάσει σε επίπεδο απάντησης την δυνατότητα άμυνας, επειδή ο φορέας της επίθεσης έχει εκτοπίσει το αντικείμενο πέραν του πεδίου της κριτικής και τελικά πέραν της σφαίρας της διαλεκτικής.

Ο φορέας του μισαλλόδοξου λόγου έχει επιλέξει λοιπόν να προσβάλλει τον στοχο για μόνιμο χαρακτηριστικό - εγγενή ιδιότητα, δηλαδή για μη-επιλογή του. Επιλέγει έτσι ταυτόχρονα και τον εκτοπισμό του λόγου του από τη σφαίρα της διαλεκτικής, αφού για τις εγγενείς ιδιότητες εξ ορισμού ελλείπει το στοιχείο μιας έλλογης δικαιολόγησης. Η προσβολή αυτή σκόμιμα αναπτύσσεται σε ένα πεδίο στο οποίο δεν χωρεί αντίλογος πέραν από τον προφανή της υπόμνησης της ανθρώπινης ιδιότητας, μια ενέργεια που από μόνη της είναι αδιέξοδη, αφού ο μισαλλόδοξος λόγος δεν πρόκειται να περιοριστεί από ένα επιχείρημα το οποίο εξ ορισμού αντιπαρέρχεται. Έτσι ο φορέας αυτού του λόγου έχει επιλέξει μια αρχετυπική περίπτωση προσβολής προσωπικότητας που βρίσκεται πέρα από την έννοια των κανόνων της διαλεκτικής, άρα και πέρα από το πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας της έκφρασης.



Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2011

4 προτάσεις για την πολιτική δικαιοσύνη

Χθες δόθηκε σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για τον εξορθολογισμό και τη βελτίωση της πολιτικής δικαιοσύνης (βλ. εδώ). Σκοπός, όπως πάντα, η επιτάχυνση των διαδικασιών και η ενίσχυση των δικαιωμάτων των πολιτών. Στην ορθή κατεύθυνση είναι η επαύξηση των αρμοδιοτήτων των μονομελών δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, πρωτοδικείων, ακόμα και ίδρυση μονομελούς εφετείου!), γιατί έτσι το ανθρώπινο δυναμικό του δικαστικού σώματος θα μπορεί να αξιοποιείται σε περισσότερες συνθέσεις και να βγάζει περισσότερη δουλειά, σε σχέση με το σημερινό σύστημα των τριμελών δικαστηρίων που είναι μάλλον πολυτελές, ενώ συνήθως εργάζεται μόνο ο εισηγητής (δηλ. ο ένας από τους τρεις δικαστές). Σε λάθος κατεύθυνση είναι η επαναφορά παλαιών διατάξεων που ίσχυαν πριν το 2001, όπως το "τεκμήριο ερημοδικίας", κατά το οποίο αν δεν παραστεί ο εναγόμενος τεκμαίρεται ότι συνομολογεί το περιεχόμενο της αγωγής. Μεγάλη καινοτομία είναι η ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, η οποία όμως εκτός από το νομοσχέδιο απαιτεί και την έκδοση προεδρικού διατάγματος, κυρίως όμως την επένδυση εκατομμυρίων στον σχεδιασμό και τη λειτουργία πληροφοριακών συστημάτων.

Το νομοσχέδιο δεν είναι τολμηρό και δεν θα φέρει άμεσα αποτελέσματα. Υπάρχουν πολύ πιο πρωτοποριακές λύσεις που θα είχαν άμεσο αποτέλεσμα την αισθητή επιτάχυνση των διαδικασιών, από την πρώτη κι όλας μέρα εφαρμογής.

1. Επιτόπου έκδοση απόφασης αμέσως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης (επί της έδρας).


Τα πολιτικά δικαστήρια εκδίδουν τις αποφάσεις τους μηνες μετά την διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας. Στα ποινικά δικαστήρια η απόφαση εκδίδεται άμεσα. Υπάρχουν όμως διαδικασίες και στην πολιτική δικαιοσύνη, στις οποίες οι Δικαστές έχουν ήδη όλο το αποδεικτικό υλικό μπροστά τους κατά την ακροαματική διαδικασία και μάλιστα μέρες πριν την διεξαγωγή της, όπως στην τακτική πολυμελούς που η προκατάθεση των προτάσεων και αποδεικτικών μέσων γίνεται είκοσι μέρες πριν. Οι Δικαστές της τακτικής του πολυμελούς, όταν ακούσουν και τους μάρτυρες, είναι πια σε θέση να αχθούν επιτόπου σε κρίση. Φυσικά πρέπει να έχουν όντως διαβάσει την υπόθεση, όπως και τώρα έχουν την υποχρέωση. Έπειτα, υπάρχουν κι άλλες διαδικασίες, όπως τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία "σπάνε" σε δύο στάδια: στην προσωρινή διαταγή που εκδίδεται επί τόπου και στην κανονική διαδικασία που η απόφαση εκδίδεται μετά από μήνες. Η φύση των ασφαλιστικών μέτρων προϋποθέτει την αμεσότητα της δικαιοσύνης: θα πρέπει η προσωρινή δικαστική προστασία να απονέμεται με απόφαση επί της έδρας. Το ίδιο και στις υποθέσεις του ειρηνοδικείου (για τις μικροδιαφορές ήδη προβλέπεται αλλά δεν εφαρμόζεται). Φυσικά η δικαστική απόφαση στις ιδιωτικές διαφορές περιλαμβάνει συνήθως και υπολογισμούς, οικονομικές αναλύσεις κλπ. Αυτά μπορούν να αποτελούν αντικείμενο της καθαρογραφής της απόφασης και σίγουρα η επί της έδρας έκδοση απόφασης δεν μπορεί να αφορά όλες τις διαδικασίες των αστικών διαφορών. Αλλά στις παραπάνω περιπτώσεις (τακτική πολυμελούς, ασφαλιστικά, ειρηνοδικείο) μπορεί να εκδίδεται επιτόπου η απόφαση, με υποχρέωση βεβαίως προσωρινής συνοπτικής αιτιολογίας του δικαστή που θα καταγράφεται στα πρακτικά.

2. Πιλοτικές δίκες

Αποτελούσε μέρος του σχεδίου αναδιαμόρφωσης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει στο δημοσιευθέν νομοσχέδιο. Είναι όμως μια διαδικασία που ήδη έχει περιληφθεί στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Υποθέσεις στις οποίες ελλείπει η νομολογιακή τεκμηρίωση και υποθέσεις που αφορούν μεγάλο αριθμό εναγόντων, θα πρέπει με πράξη του προέδρου του πρωτοδικείου να εκδικάζονται κατά προτίμηση. Έτσι θα επιλύονται αμφισβητήσεις σύντομα και ενδεχομένως θα ενθαρρυνθεί και η εξωδικαστική επίλυση υποθέσεων που αφορούν πολλούς ενάγοντες.

3. Υποβολή σχεδίου απόφασης

Αντί να καταθέτουμε "προσθήκη-αντίκρουση", μετά την εκδίκαση (ή κατά στην προκατάθεση της τακτικής πολυμελούς) θα μπορούσαμε να καταθέτουμε απευθείας σχέδιο απόφασης. Ο Δικαστής θα επιλέγει ποιο από τα δύο σχέδια των δύο πλευρών προσφέρει την πιο δίκαιη επίλυση της διαφοράς και θα μπορεί απλώς να το υπογράφει ή να το τροποποιεί και να το δημοσιεύει αμέσως μετά το κλείσιμο του φακέλου. Έτσι ένα μεγάλο μέρος της δικαστικής ύλης θα μεταφερθεί ουσιαστικά στην δικηγορική ύλη, αλλά με πολύ πιο λειτουργικό τρόπο σε σχέση με την σημερινή πολυδιάσπαση του φακέλου σε πολλαπλά δικόγραφα.

4. Παράσταση με δήλωση

Σε υποθέσεις που δεν τίθεται θέμα εξέτασης μαρτύρων θα μπορούσε η παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου να γίνεται με δήλωση, όπως στα διοικητικά δικαστήρια και στα εφετεία. Για ποιο λόγο να πρέπει να εξαντλούνται ώρες αναμονής μόνο και μόνο για να ψελλίσει κάποιος ότι "παρίσταται", ενώ όλη η προβολή ισχυρισμών και η απαιτούμενη αποδεικτική διαδικασία διενεργειται με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα πλην της live εξέτασης μαρτύρων; Επίσης, αφού το νομοσχέδιο αναγνωρίζει τόσο πολύ την αξία των ενόρκων βεβαιώσεων, καθιστώντας τις "επώνυμο αποδεικτικό μέσο", θα μπορούσε να περιορίσει ακόμα περισσότερο τις ατέρμονες εξετάσεις μαρτύρων, επιβάλλοντας ως κύριο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο τις ένορκες βεβαιώσεις και μόνον κατ' εξαίρεση, κατά την λογική των διοικητικών δικαστηρίων, να εξετάζονται μάρτυρες στο ακροατήριο. Έτσι θα αυξανόταν κατά πολύ ο όγκος των υποθέσεων που η παράσταση θα μπορούσε να γίνεται με δήλωση και γενικά θα αποφεύγονταν πολλές περιττές αυτοπρόσωπες διαδικασίες που περιορίζουν τις ώρες ενασχόλησης με την ουσία του θέματος, η οποία γίνεται με την μελέτη των εγγράφων.


Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2011

Η Γενική Γραμματεία Ισότητας καταγγέλλει διαφήμηση στο ΕΣΡ


Αντιγράφω σχετικό δελτίο τύπου της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων:

"Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης , καταγγέλλει τη νέα διαφήμιση της εταιρίας ΓΕΡΜΑΝΟΣ ,που προβάλλεται τις τελευταίες ημέρες από όλα τα τηλεοπτικά δίκτυα.

Η εν λόγω διαφήμιση ουσιαστικά απογυμνώνει τη γυναίκα από την ανθρώπινη αξία της εξισώνοντάς την με αντικείμενο και εμπόρευμα, για την προώθηση του προϊόντος που διαφημίζεται.

Οι προβαλλόμενες απόψεις παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Συντάγματος «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» και τις παρ. 1 και 2 του Άρθρου 25, είναι απαράδεκτες, συνιστούν και αναπαράγουν σεξιστικές στερεοτυπικές αντιλήψεις ως προς τους ρόλους, την αξία και τις ικανότητες γυναικών και ανδρών.

Η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων, με έγγραφη καταγγελία της, προσέφυγε σήμερα στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και στο Συμβούλιο Ελέγχου Επικοινωνίας, ζητώντας να αποσυρθεί άμεσα η συγκεκριμένη διαφήμιση. "


_____



Είναι πέρα από προφανές ότι η εν λόγω διαφήμηση σατιρίζει ακριβώς το εν λόγω σεξιστικό στερεότυπο για το οποίο "καταγγέλλεται". Όλη η δομή του διαφημιστικού σεναρίου κινείται γύρω από την πρόκληση γέλιου για την παρωχημένη συμπεριφορά του συζύγου, ο οποίος αντιλαμβάνεται εργαλειακά το ρόλο της συζύγου του.


Όλος ο λόγος που χρησιμοποιείται είναι χιουμοριστικός: η αναφορά σε αριθμό καφέδων, γευμάτων, περίεργων ταινιών (ο Έρωτας στη Ζουαζουλάνδη), δώρων γενεθλίων, εντάσσονται ξεκάθαρα σε μια κωμική στόχευση. Το αν θα γελάσει το κοινό ή όχι είναι ζήτημα της επιτυχίας ή μη του αστείου. Αλλά το γεγονός ότι δεν πρόκειται για κυριολεξία είναι μάλλον αντικειμενικό και αυταπόδεικτο.


Είναι δεδομένο ότι ο σκοπός του διαφημιστικού μηνύματος δεν είναι φυσικά η επικρότηση μιας ακραίας και καταδικαστέας αντίληψης, αλλά η διακωμώδησή της, μέσα από το κλασικό στρατήγημα της σάτιρας που είναι η απόδοση ιδιοτήτων "αντικειμένου" (ή ζώου) σε ανθρώπους. Μέσα από αυτή την ανάλυση είναι σαφέστατο ότι η Γενική Γραμματεία Ισότητας προέβη σε μια άκρως επιφανειακή ανάγνωση του εν λόγω διαφημιστικού, χωρίς να αναζητήσει το κωμικό context και την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων της σάτιρας, η οποία προφανώς και αποτελεί μεταφορικό κι όχι κυριολεκτικό λόγο.



Τρίτη, Μαρτίου 01, 2011

H πρώτη ψηφοφορία για τον Συμπαραστάτη του Δημότη στο Δ.Αθηναίων

Xθες στο Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων έγινε η πρώτη συζήτηση και η πρώτη απόπειρα για την ανάδειξη της ανεξάρτητης δημοτικής αρχής, του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Υπήρξαν δώδεκα (12) υποψηφιότητες, ανάμεσα στις οποίες και η δική μου, στην οποία υποστήριξα την δουλειά που έχουμε δημοσιεύσει από τον Νοέμβριο του 2010 ως ομάδα εργασίας για την οργάνωση και λειτουργία του νέου θεσμού. Την πρόταση μπορείτε να δείτε εδώ: http://symparastatis.wordpress.com/

Συνοπτικά, σε αυτήν την πρόταση υποστηρίζουμε ότι ο Συμπαραστάτης πρέπει να λειτουργήσει με όρους αμεροληψίας, διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης. Γι' αυτό υποστηρίζουμε ότι πρέπει να διευκολυνθούν όλες οι κοινωνικές ομάδες να υποβάλλουν καταγγελίες σε αυτόν, πράγμα που θα επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, με την επιστράτευση της "Γραμμής του Δημότη" (που ήδη λειτουργεί από το 2003), αλλά και με τη λειτουργία μιας δυναμικής ιστοσελίδας για τη διαδικτυακή υποβολή και παρακολούθηση καταγγελιών (για την οποία ήδη υπάρχει η διάθεση δωρεάς μιας εταιρίας που κατασκεύασε το σχετικό λογισμικό για την ΑΔΑΕ, βλ. εδώ).

Για την αποτελεσματικότητα του θεσμού, υποστηρίζουμε τη μέθοδο των τριών βημάτων: (α) με τη λήψη της καταγγελίας άμεση τηλεφωνική ενημέρωση της εγκαλούμενης δημοτικής υπηρεσίας για να λύσει το πρόβλημα, (β) εντός 2 ημερών επιτόπια παρουσία του Συμπαραστάτη στην εγκαλούμενη υπηρεσία για τη λύση του προβλήματος και (γ) πόρισμα που δίνεται στη δημοσιότητα σε περίπτωση που δεν επιλυθεί το πρόβλημα.

Επειδή τα προβλήματα του Δ. Αθηναίων κατηγοριοποιούνται σε συνήθεις κατηγορίες, προτείνουμε τον ορισμό έξι ειδικών συμπαραστατών, για θέματα περιβάλλοντος, αλλοδαπών, σεξουαλικών διακρίσεων, ατόμων με αναπηρία, πολιτισμού και κοινωνικών υπηρεσιών.

Στην σημερινή διαδικασία, όταν μου δόθηκε ο λόγος, επισήμανα ότι θα έπρεπε όλοι οι υποψήφιοι να είχαν κληθεί επισήμως από το δημοτικό συμβούλιο, όπως ζητήσαμε γραπτώς και από τον Δήμαρχο πριν 15 μέρες (βλ. εδώ κι εδώ). Οι παρόντες υποψήφιοι ήταν περίπου οι μισοί, ενώ η είσοδος στο συμβούλιο επιτρέπεται μόνον κατόπιν προσκλήσεως. Στη δική μου περίπτωση, είχε την καλοσύνη να με προσκαλέσει ο κ. Αμυράς, ενώ από την ομάδα μας παρέστη και ο Χρήστος Γραμματίδης, με πρόσκληση του κ. Κωνσταντίνου.

Ο κ. Κακλαμάνης, επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης επισήμανε ότι ο Καλλικράτης προβλέπει δύο ψηφοφορίες για την ανάδειξη του Συμπαραστάτη, υπογραμμίζοντας ότι εάν δεν επιτευχθεί η επιλογή στη δεύτερη ψηφοφορία, η Αθήνα δεν θα αποκτήσει Συμπαραστάτη. Η επισήμανσή του συνοδεύτηκε από την παρατήρηση ότι δεν έχει προηγηθεί κάποια επί της ουσίας συζήτηση των δύο μεγαλύτερων δημοτικών παρατάξεων, ώστε να βρεθεί ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής.

Μετά τις τοποθετήσεις των παρόντων υποψηφίων, ξεκίνησε η διαδικασία της ψηφοφορίας, από την οποία απείχε η παράταξη της Λαϊκής Συσπείρωσης. Αλλά και η παράταξη της μείζονος αντιπολίτευσης ("Αθήνα πόλη της ζωής μας") με επικεφαλής τον κ. Κακλαμάνη, επέλεξαν να ψηφίσουν "παρόντες". Όπως ήταν αναμενόμενο, η αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 (32 ψήφοι) δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί. Η δική μας πρόταση έλαβε 3 ψήφους. Μετά από αυτό ο κ. Κακλαμάνης ζήτησε να γίνει η δεύτερη και τελευταία ψηφοφορία. Ο κ. Καμίνης είπε ότι η δεύτερη ψηφοφορία θα γίνει σε επόμενη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, αφού γίνουν συνεννοήσεις για την εξεύρεση ενός προσώπου κοινής αποδοχής.

Η πρόταση μας για την οργάνωση και λειτουργία του θεσμού στον Δήμο Αθηναίων εξακολουθεί και σήμερα να παραμένει η μόνη συγκεκριμένη και γνωστή ανάλυση για τον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Τίποτε δεν αποκλείει φυσικά να εμφανιστεί μια καλύτερη πρόταση. Η ομάδα μας κι εγώ προσωπικά υπερασπιζόμαστε αυτή την ορθολογική και διαφανή πρόταση και καλούμε κάθε δημοτικό σύμβουλο, αλλά και τις δημοτικές παρατάξεις, να την στηρίξουν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για μια πρωτοβουλία πολιτών με μόνο σκοπό την πραγματική και αποτελεσματική λειτουργία του νέου θεσμού.




Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...