Τρίτη, Ιανουαρίου 28, 2014

Άλλη μια αργία για την Αρχή Προστασίας Δεδομένων

Σήμερα, λοιπόν, είναι η Ημέρα Προστασίας Δεδομένων. Κάλεσα στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για να ενημερωθώ σχετικά με την εξέλιξη μιας υπόθεσής μου. Στην αρχή ο υπεύθυνος του τηλεφωνικού κέντρου δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει την υπόθεση με βάση τον αριθμό πρωτοκόλλου και με παρέπεμψε σε ... έναν αυτόματο τηλεφωνητή για να αφήσω μήνυμα. Στη συνέχεια, ξανακάλεσα και του είπα ότι δεν εξυπηρετήθηκα κι ότι θέλω να εντοπιστεί η καταγγελία με βάση τον αριθμό πρωτοκόλλου. Με παρέπεμψε σε έναν κύριο που εντόπισε την καταγγελία (αφού αρχικά μου είπε ότι είχα πει λάθος τον αρ. πρωτ., αλλά μετά ανακάλεσε) και στη συνέχεια με παρέπεμψε σε ... άλλον αυτόματο τηλεφωνητή, της ελέγκτριας που έχει χρεωθεί την υπόθεση. Στη συνέχεια, ξανακάλεσα, τρίτη φορά, την Αρχή, όπου ο κύριος μου είπε ότι η ενημέρωση του κοινού από τους ελεγκτές γίνεται 12.00-14.00, αλλά όχι σήμερα γιατί είναι η Ημέρα Προστασίας Δεδομένων και είχαν ημερίδα. Όταν του είπα ότι η ελέγκτρια που αναζητώ ΔΕΝ συμμετέχει ως εισηγήτρια στην ημερίδα, μου είπε να δοκιμάσω αύριο.

Με λίγα λόγια, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ανακάλυψε άλλη μια ημέρα αργίας: την Ευρωπαϊκή Ημέρα Προστασίας Δεδομένων. Εύχομαι καλή ξεκούραση στα στελέχη της!


Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2014

Για την πρωτοβάθμια καταδίκη του "Γέροντος Παστίτσιου"

Καθημερινά στα Ελληνικά δικαστήρια δικάζονται και καταδικάζονται συμπολίτες μας για το αδίκημα της "κακόβουλης βλασφημίας", το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 198 του Ποινικού Κώδικα ("με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται όποιος δημόσια και κακόβουλα βρίζει με οποιονδήποτε τρόπο τον Θεό") και πάει "σετάκι" σε μηνύσεις, μαζί με τα αδικήματα της απειλής, της εξύβρισης, και της απόπειρας ή της απλής σωματικής βλάβης. Είναι τα 3-4 χαρακτηριστικά ενός τυπικού ελληνικού καυγά. Λίγες όμως είναι οι φορές που καταγράφεται καταδίκη για το επόμενο, στον Ποινικό Κώδικα, αδίκημα της "καθύβρισης θρησκευμάτων" ("Όποιος δημόσια και κακόβουλα καθυβρίζει με οποιονδήποτε τρόπο την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ή άλλη θρησκεία ανεκτή στην Ελλάδα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών").

Τα δύο αυτά άρθρα του Ποινικού Κώδικα εντάσσονται στο 7ο κεφάλαιο, με τίτλο "Επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης", με αδικήματα όπως η διατάραξη θρησκευτικών συναθροισεων και η περιύβριση νεκρού (όχι προσβολή μνήμης νεκρού που υπάγεται στα αδικήματα κατά της τιμής) και άλλα. [Update: διορθώθηκε κατόπιν της ορθής επισήμανσης του κ. Α.Αναγνωστόπουλου]

Η Επιτροπή Ανθρώπινων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, στο Γενικό Σχόλιο 34 του 2011 που αφορά το περιεχόμενο και τους περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, έχει διατυπώςει σοβαρές ενστάσεις για την ύπαρξη τέτοιων νομικών απαγορεύσεων. Το κείμενο περιέχει και την εξής διαπίστωση: 

"48. Οι απαγορεύσεις στις δηλώσεις ασέβειας για μια θρησκεία ή για ένα άλλο σύστημα πίστεως, όπως οι νόμοι περί βλασφημίας, είναι ασύμβατοι με το Σύμφωνο, εκτός από τις ειδικές περιστάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του Συμφώνου. Τέτοιοι περιορισμοί πρέπει επίσης να τηρούν τις αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 19 παραγραφος 3, όπως κι αυτές των άρθρων 2,5,17,18 και 26. Έτσι, για παράδειγμα, δεν θα ήταν επιτρεπτό αυτοί οι νόμοι να επιβάλλουν διακρίσεις υπέρ ή εναντίον άλλης θρησκείας ή συστήματος πίστεως ή στους πιστούς έναντι των μη-πιστών. Ούτε θα ήταν επιτρεπτό τέτοιες απαγορεύσεις να χρησιμοποιούνται για να αποτραπεί ή να τιμωρηθούν οι επικρίσεις θρησκευτικών ηγετών ή ο σχολιασμός στο θρησκευτικό δόγμα ή δόγματα."

Αυτό σημαίνει ότι οι παραπάνω διατάξεις για τα θρησκεύματα δεν έπρεπε να υπάρχουν στον Ποινικό Κώδικα, ενώ ο ΟΗΕ επισημαίνει ότι εξαίρεση αποτελει το άρθρο 20 παρ 2 του Διεθνούς Συμφώνου, κατά το οποίο: "Κάθε επίκληση εθvικoύ, φυλετικoύ ή θρησκευτικoύ μίσoυς, πoυ απoτελεί υπoκίvηση διακρίσεωv, εχθρότητας ή βίας απαγoρεύεται από τo vόμo." Επί του παρόντος, η εξαίρεση αυτή στο ισχύον ποινικό σύστημα αποτυπώνεται στον αντιρατσιστικό Ν.927/1979, ο οποίος δεν προστατεύει το ίδιο το θρήσκευμα, αλλά άτομα ή ομάδες ατόμων που δέχονται προσβολές για το θρήσκευμά τους.

 Στην υπόθεση της σατιρικής σελίδας "Γέρων Παστίτσιος" στο facebook, όπου γινόταν μια πασταφαριανική αναφορά στην εμπορική εκμετάλλευση της φιγούρας ενός μοναχού από επιτηδείους του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου που εκμεταλλεύονται το θρησκευτικό συναίσθημα, καταγράφηκε η κινητοποίηση ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού για τον εντοπισμό του υπεύθυνου (Βουλή, Ελληνική Αστυνομία) και την πρωτοβάθμια καταδίκη του. Σημειωτέον ότι το τεκμήριο της αθωότητας εξακολουθεί μέχρι την τυχόν αμετάκλητη καταδίκη. Η καταδίκη του υπευθύνου της ιστοσελίδας θυμίζει την αντίστοιχη καταδίκη του αυστριακού κομίστα της "Ζωής του Χριστού" που αθωώθηκε από το Εφετείο (βλ. 1959-2009 Ελληνικές παραβάσεις της ελευθερίας της τέχνης). Ο χαρακτηρισμός ενός έργου ως σατιρικού ή γενικότερα καλλιτεχνικού έχει οδηγήσει σε όλες τις περιπτώσεις που αφορούσαν θρησκεύματα σε αθώωση από τα Ελληνικά δικαστήρια, με μοναδική γνωστή εξαίρεση την υπόθεση των ασφαλιστικών μέτρων για την απαγόρευση της ταινίας "Ο τελευταίος πειρασμός" του Μ.Σκορτσέζι το 1988, νομολογία που ανατράπηκε στη συνέχεια, ως δικανικό σκεπτικό, με τις αποφάσεις για το βιβλίο "Μι εις την Νιοστή" του Μ.Ανδρουλάκη, καθώς και την απόφαση για την ταινία "Κώδικας Ντα Βίντσι". Είναι πολύ πιθανό μια υπερασπιστική γραμμή που καταδεινύει τεκμηριωμένα το στοιχείο της σάτιρας να οδηγήσει σε αθώωσει και τον "Γέροντα Παστίτσιο", στον δεύτερο βαθμό.

Θρησκεία  εναντίον ελεύθερης έκφρασης, λοιπόν. Από την μία πλευρά είναι το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας που πρέπει να προστατεύεται με νομοθετήματα που τιμωρούν πράξεις εναντίον ατόμων λόγω του θρησκεύματός τους ("αντιρατσιστική" νομοθεσία), οποιοδήποτε κι αν είναι αυτό. Από την άλλη πλευρά είναι το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης που

"δεν αφορά μόνο σε “πληροφορίες” ή “ιδέες” που γίνονται ευμενώς αποδεκτές ή θεωρούνται μη προσβλητικές ή ομοιόμορφες, αλλά επίσης και σε αυτές που προσβάλλουν, που σοκάρουν ή ενοχλούν το Κράτος ή ένα μέρος του πληθυσμού. Αυτά επιβάλλονται από τον πλουραλισμό, την ανεκτικότητα και την ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει “μια δημοκρατική κοινωνία”. Όσοι δημιουργούν, παρουσιάζουν, διανέμουν ή εκθέτουν έργα τέχνης συμβάλλουν στην αναταλλαγή ιδεών και απόψεων, γεγονός που είναι θεμελιώδες για μια δημοκρατική κοινωνία. Έτσι, το κράτος υποχρεούται να μην επεμβαίνει εσφαλμένα στην ελευθερία της έκφρασής τους. Οι καλλιτέχνες και όσοι προωθούν τα έργα τους δεν απολαμβάνουν βέβαια κάποιας ασυλίας από τους περιορισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 10. Όποιος ασκεί την ελευθερία της έκφρασής του υπόκειται, σύμφωνα με την έκφραση αυτής της παραγράφου σε “καθήκοντα κι ευθύνες”. Η έκτασή τους θα εξαρτάται από την κατάστασή του και τα μέσα που χρησιμοποιεί."

Το απόσπασμα είναι από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση του "Συλλόγου Εικαστικών Καλλιτεχνών" κατά Αυστρίας. Η υπόθεση αφορά την έκθεση ενός πίνακα ζωγραφικής που παρουσιάζει γνωστούς ιερείς και πρόσωπα της πολιτικής και της θρησκευτικής ηγεσίας (ακόμη και η Μητέρα Τερέζα) σε σεξουαλικές περιπτύξεις. Ένας από τους πολιτικούς που εικονίζονταν προσέφυγε. Τελικά το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η δικαστική απαγόρευση έκθεσης του πίνακα συνιστούσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης του "Συλλόγου Εικαστικών Καλλιτεχνών" που είχαν την ευθύνη της έκθεσης.

Υπάρχουν όμως κι άλλες αποφάσεις του ΕΔΔΑ που επιτρέπουν περιορισμούς στον δημόσιο λόγο, όταν σχετίζεται με την θρησκευτική ελευθερία. Πάντως, δυσχερώς θα διασωζόταν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο τυχόν αμετάκλητη καταδίκη του "Γέροντος Παστιτσίου" με βάση τις διατάξεις που αφορούν την προστασία του θρησκεύματος του Ποινικού Κώδικα. Οι διατάξεις αυτές είναι απότοκοι μιας άλλης εποχής, εκείνης των αρχών της δεκαετίας του 1950 που θεσπίστηκαν, αλλά κι ενός παμπάλαιου ποινικού συστήματος που δεν συμβιβάζεται με την Ελληνική συνταγματική παράδοση τόσο της θρησκευτικής ελευθερίας, όσο και της ελευθερίας της έκφρασης.

Οι δύο αυτές ελευθερίες δεν είναι ασυμβίβαστες: αντίθετα, θεμελιώδες συστατικό της ενάσκησης ορισμένων θρησκευτικών καθηκόντων αποτελεί και το δικαίωμα της έκφρασης και διάδοσης των ιδεών των πιστών (η ανεξιθρησκεία δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς ελευθερία της έκφρασης). Από την άλλη πλευρά, η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί παρά να αφορά κατά περιεχόμενο και τις θρησκευτικές δραστηριότητες των άλλων, ως ένα στοιχείο ταυτότητας που λειτουργεί συλλογικά και ατομικά στον δημόσιο λόγο. 

H διαφάνεια στην καθημερινή συναλλαγή με την διοίκηση

Είναι κάποιοι όροι στον σύγχρονο δημόσιο λόγο που ακούγονται βαρύγδουποι και αόριστοι. Η διαφάνεια στην λειτουργία της διοίκησης αναλύεται πια σε μια σειρά από δυνατότητες, πληροφοριακά συστήματα, διαδικτυακές πύλες, διαδικασίες και πλατφόρμες. Πολύ πριν από όλα αυτά ήταν -και εξακολουθεί να είναι- το δικαίωμα κάθε πολίτη για πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα. Από το 1986 που θεσπίστηκε για πρώτη φορά ρητά το σχετικό δικαίωμα στην νομοθεσία, μέχρι σήμερα που η "Διαύγεια" έχει μεταφέρει ένα σημαντικό μέρος των διοικητικών αποφάσεων στο Διαδίκτυο, οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν κατ' αρχήν υποχρέωση να παρέχουν αντίγραφα των εγγράφων τους στο κοινό, εκτός αν κατ' εξαίρεση αυτό απαγορεύεται. 

Η διοίκηση όμως, η οποία δεν αρέσκεται στους πολλούς ελέγχους και την πολύ κριτική από τους πολίτες, αναζητά τις εξαιρέσεις αυτές και επιχειρεί να τις καταστήσει κανόνα. Κάποτε και με τη συνδρομή της νομολογίας, ο "καθένας" που αναφέρει ο νόμος ότι έχει δικαίωμα πρόσβασης, έγινε ο "έχων εύλογο ενδιαφέρον" από την ερμηνεία. Δηλαδή πρέπει κάπως να εμπλέκεται και ο ίδιος στην υπόθεση για την οποία ζητά έγγραφα. Δηλαδή πρέπει σχεδόν να έχει έννομο συμφέρον. Έτσι ο "καθένας" έγινε ο εμπλεκόμενος στην υπόθεση. 

Έπειτα, οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης άρχισαν σταδιακά να μεγεθύνονται: προσωπικά δεδομένα, υπηρεσιακό απόρρητο, πνευματική ιδιοκτησία, αναρμοδιότητα εισαγγελέα να εκδώσει εισαγγελική παραγγελία χορήγησης εγγράφων, μη ορθή στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος και τελικά για να πάρεις κάτι "δύσκολο" δεν αποφεύγεις τα Δικαστήρια. Ενώ είναι αδιανόητο ο πολίτης να πρέπει να φτάσει στην Δικαιοσύνη για να πάρει το αντίγραφο ενός χαρτιού. Είχα μια υπόθεση μεταφράστριας που ήθελε ένα αντίγραφο από παράσταση που θα ανέβαινε στο Εθνικό Θέατρο γιατί είχε κάποιες υποψίες και το Εθνικό Θέατρο αντί να της δώσει χωρίς δεύτερη κουβέντα το αντίγραφο  επικαλέστηκε το ... απόρρητο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Χρειάστηκε η παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη για να συνηγορήσει ότι "η πνευματική ιδιοκτησία δεν είναι είδος απορρήτου" (βλ. Πόρισμα Συνηγόρου του Πολίτη). 

Πρόσφατα καταργήθηκαν οι Επιτροπές Ελέγχου Εφαρμογής της Νομοθεσίας στις οποίες προσέφευγαν οι πολίτες για να λάβουν την ειδική αποζημίωση όταν δεν τηρούνταν οι προθεσμίες για χορήγηση εγγράφων. Δυστυχώς ο νομοθέτης αφαίρεσε μια εγγύηση διαφάνειας, χωρίς να την αντικαταστήσει με άλλο ισοδύναμο μέτρο. Προ ημερών η νομική υπηρεσία του Δήμου Αθηναίων αρνήθηκε να χορηγήσει αντίγραφα γνωμοδοτήσεων επικαλούμενη το δικηγορικό απόρρητο (βλ. εδώ). Χρειάζεται να γίνουν βήματα για την ανάκτηση της διαφάνειας στην καθημερινή συναλλαγή με την δημόσια διοίκηση. Ένα από αυτά που έχω προτείνει και παλαιότερα και έχει ακολουθηθεί πλέον και από την Διεθνή Διαφάνεια - Ελλάδας είναι η ίδρυση ενός Information Commissioner, με απορρόφηση της υπάρχουσας Αρχής Προστασίας Δεδομένων αλλά και την αρμοδιότητα να επιβάλλει την χορήγηση αντιγράφων από δημόσια έγγραφα. 

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

Η ιδιωτικότητα των δημοσίων προσώπων

Μια παραδοσιακή φιλοσοφική θεώρηση της δικαιοσύνης ταυτίζει το δίκαιο με την υπεράσπιση των αδυνάτων. Οι ατομικές εξουσίες που αναγνωρίζονται ως ανθρώπινα δικαιώματα έχουν καθολική ισχύ, αλλά ο λόγος της κατοχύρωσής τους  αφορά προστασία των ευπαθών κοινωνικά και οικονομικά ομάδων, των μειονοτήτων, όσων δεν διαθέτουν θέση υπεροχής στον σύγχρονο κόσμο. Η θεώρηση αυτή δοκιμάζεται, όταν διεκδικούν την ενάσκηση ατομικών δικαιωμάτων και οι ισχυροί. Οι αρχηγοί κρατών, οι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, οι πετυχημένοι επιχειρηματίες, οι πασίγνωστοι καλλιτέχνες, οι πρωταθλητες, οι θρησκευτικοί ηγέτες. Τί γίνεται με αυτούς; Δικαίως διεκδικούν ατομικά δικαιώματα όταν αισθάνονται ότι θίγονται ή μήπως, ως δυνατοί, δεν έχουν λόγο να καρπώνονται -πάλι!- όσα ισχύουν για τους αδυνάτους;

Το ερώτημα γίνεται πιο βασανιστικό, όταν αφενός πρόκειται για την κορυφή της πολιτειακής ηγεσίας κι αφετέρου για το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Οι αποκαλύψεις για την ερωτική ζωή του Γάλλου Προέδρου επανέφεραν το ζήτημα στην επικαιρότητα. Υποστηρίζεται ένα διευρυμένο δικαίωμα της κοινής γνώμης -που ασκείται μέσα από τις δραστηριότητες των δημοσιογράφων- για διαφάνεια, ακόμη και σε πτυχές της αυστηρά ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανώτατου άρχοντα. Αν φτάσουμε όμως να απογυμνώσουμε πλήρως τον αρχηγό ενός κράτους από ένα ανθρώπινο δικαίωμα, θα έχουμε απλώς παραβιάσει την αρχή της καθολικής εφαρμογής των δικαιωμάτων, που αφορά κάθε ανθρώπινο ον. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό θα άξιζε στον κ. Ολάντ. Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι, ως προς αυτό ειδικά το θέμα, οι ισχυροί είναι ισχυρότεροι της κοινής γνώμης και της τέταρτης εξουσίας.

Το ζήτημα αυτό έφτασε στην ακραία δικαστική δοκιμασία του, όταν βασιλικές υψηλότητες (μετά το θάνατο της Νταϊάνας που οδήγησε και σε έκδοση ψηφίσματος για το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής από το Συμβούλιο της Ευρώπης) αξίωσαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να καταδικάσει μια χώρα, επειδή το δικαστικό της σύστημα επέτρεψε την ελεύθερη δημοσίευση φωτογραφιών από τις διακοπές τους σε περιοδικά. Η Καρολίνα του Μονακό και ο σύζυγός της προσέφυγαν δύο φορές στο ΕΔΔΑ κατά της Γερμανίας για δημοσίευση των φωτογραφιών τους. Την πρώτη φορά, κέρδισαν και αναγνωρίστηκε ότι οι φωτογραφίες από τις διακοπές τους δεν συνέβαλαν σε μια συζήτηση για ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος που να δικαιολογεί την παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή. Την δεύτερη φορά όμως, ο Ρενιέ ήταν άρρωστος κι αυτοί είχαν πάει για σκι, με αποτέλεσμα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να αναγνωρίσει μια σύνδεση της δημοσίευσης με ένα θέμα που ήταν μεν ιδιωτικό, αλλά ήταν και δημόσιο. Στην δεύτερη απόφαση, το ΕΔΔΑ ανακεφαλαίωσε τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ώστε να αποφασίζεται αν τελικά η παρέμβαση του Τύπου στην ιδιωτική ζωή.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θέτει πέντε μεταβλητές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί ολοκληρωμένα αν η δημοσίευση φωτογραφιών στον Τύπο συνιστά όντως παραβίαση ιδιωτικότητας:
(α) Αν συμβαλλει σε διάλογο γενικού ενδιαφέροντος (όχι απλώς την περιέργεια του κοινού),
(β) πόσο γνωστό είναι το πρόσωπο που αφορά η δημοσίευση,
(γ) αν έχει προηγηθεί επικοινωνία πριν την δημοσίευση (χωρίς αυτό να επαρκεί από μόνο του για την αθώωση του εντύπου),
(δ) το ίδιο το περιεχόμενο των φωτογραφιών, η μορφή της δημοσίευσης και οι συνέπειές της,
(ε) οι περιστάσεις λήψης των εικόνων (αν ήταν σε δημόσιο χώρο, αν έγινε με κρυφή κάμερα κλπ).

Εφαρμόζοντας αυτά τα πέντε κριτήρια στην υπόθεση της Καρολίνας και του Ερνέστου-Αυγούστου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η παρέμβαση στην ιδιωτική τους ζωή ήταν "δικαιολογημένη σε μια δημοκρατική κοινωνία" και απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος. Υπερειχε η ελευθερια του Τυπου. Προφανώς η συζήτηση του θέματος δεν έχει κλείσει με αυτά τα πέντε κριτήρια που έθεσε το ΕΔΔΑ, αφού η ίδια η έννοια της ιδιωτικότητας είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη και δυναμική. Είναι μάλλον από τα θέματα που δεν θα σταματήσουν να τροφοδοτούν τον στοχασμό πάνω στην φύση της ατομικότητας. 

Σάββατο, Ιανουαρίου 11, 2014

"Πολιτικό" ή "κοινό" έγκλημα;

Έχει, άραγε, νόημα να διακρίνουμε εάν ένα έγκλημα είναι "πολιτικό" ή "του κοινού ποινικού δικαίου"; Προφανώς ναι, εάν η συζήτηση γίνεται σε πολιτικό επίπεδο, όπου καθένας αξιολογεί προθέσεις σε σχέση με στόχους. Το ερώτημα εδώ τίθεται όμως σε επίπεδο νομικό: έχει διαφορετική δικαστική μεταχείριση ο δράστης ή ύποπτος πολιτικού εγκλήματος σε σχέση με τον εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου; Πιο ωμά: "πέφτει στα μαλακά" ο πρώτος, σε σχέση με τον δεύτερο;

Η διάκριση μεταξύ πολιτικού και κοινού εγκλήματος γίνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Στο άρθρο 97 αναφέρεται ότι τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως ο νόμος ορίζει. Στη συνέχεια το Σύνταγμα τακτοποιεί ένα θέμα δικαστικής επικαιρότητας της εποχής της ψήφισής του: κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την αρχή της ισχύος του Συντάγματος στο εφετείο, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτό, εκτός εάν μεταφερθεί η αρμοδιότητα με νόμο στο μικτό ορκωτό δικαστήριο.

Ο συνταγματικός νομοθέτης προβαίνει σε μια σημαντική επιλογή: το πολιτικό έγκλημα, όπως και το κακούργημα "του κοινού ποινικού δικαίου" δικάζεται από δικαστήρια που δεν αποτελούνται αποκλειστικά από δικαστές. Επομένως, το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει να διαχωριστεί πότε ένα ποινικό αδίκημα είναι "κοινό" ή εμπίπτει στην κατηγορία του "πολιτικού εγκλήματος". Και δεν μας λέει τίποτε άλλο, για τα κριτήρια με τα οποία ένα έγκλημα θα θεωρηθεί πολιτικό. Αφήνοντας όλο το πεδίο, στην ερμηνεία.

Η ερμηνεία αυτή, όσο κι αν ακούγεται εντελώς παράλογο, δεν πρέπει να είναι πολιτική. Πρέπει να παραμένει νομική. Το κατά πόσον ένα έγκλημα θα εισαχθεί στο μικτό ορκωτό δικαστήριο ή στο κατά τα κοινά αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί ένα νομικό ζήτημα. Είναι γνωστό ότι η κοινή παραδοχή υποδεικνύει ως διαφοροποιό ουσία το κίνητρο. Εάν έχει πολιτικά κίνητρα ο δράστης, πρόκειται για πολιτικό έγκλημα, λέει μια παραδοσιακή θεώρηση του θέματος. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα με αυτή τη θεώρηση: το κίνητρο δεν αποτελεί κριτήριο δικαστικού ελέγχου περί της ύπαρξης ενοχής. Μόλις ο δικαστής τελειώσει με αυτόν τον έλεγχο, εάν καταλήξει στην ενοχή, τότε θα διερευνήσει και το κίνητρο, προκειμένου να επιμετρηθεί η ποινή που θα επιβληθεί. Επομένως, το κίνητρο αποτελεί ένα μεταγενέστερο στάδιο του δικαστικού ελέγχου, ανεξάρτητο από την κρίση ενοχής ή αθωότητας.

Η περιθωριοποίηση του κινήτρου στην σύγχρονη αρχιτεκτονική της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης δεν είναι καθόλου άσχετη με το θέμα. Εάν ήταν αποφασιστικής σημασίας για την ενοχή ή την αθωότητα το κίνητρο κι όχι η πράξη που με δόλο (ή και από αμέλεια σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις) τέλεσε κάποιος, τότε οι δίκες θα αφορούσαν τις προθέσεις κι όχι τις πράξεις. Θα μεταφερόμασταν έτσι στην αναζήτηση ενός πεδίου νεφελωμάτων και θα αθωώνονταν ενδεχομένως σοβαρότατες αυθαίρετες επεμβάσεις σε άτομα και αγαθά, λόγω του κινήτρου που άλλος μπορεί να θεωρεί "αγαθό" κι άλλος όχι. Μια τέτοια δικαστική προσέγγιση όμως, ελάχιστη σχέση θα είχε με την δικαιοσύνη. 

Η διάκριση ανάμεσα σε πολιτικό και κοινό έγκλημα δεν αποτελεί μια εξαίρεση από αυτές τις θεμελιακές παραδοχές και επιλογές του ισχύοντος συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Ανεξάρτητα από την άποψη καθενός για την πολιτικότητα ή μη των πράξεων ενός εγκληματία, η απονομή της δικαιοσύνης πρέπει να είναι πάντοτε το αποτέλεσμα μιας επιστημονικής εργασίας. Κι αυτό από μόνο του επιβάλλει την αντιμετώπιση των εξαιρέσεων με επιφύλαξη.

Κατά τη γνώμη μου, πολιτικά εγκλήματα είναι αυτά που δεν στρέφονται σε βάρος ατομικών έννομων αγαθών, όπως είναι η ζωή, η περιουσία, η τιμή. Κάθε επέμβαση σε αυτά τα αγαθά είναι μια πράξη που αφορά την παραβίαση δικαιωμάτων ενός πολίτη από έναν άλλο, ανεξάρτητα από κίνητρα, επιδιώξεις και αποτελέσματα. Αν κάποιος άγνωστος, για παράδειγμα, δολοφονήσει έναν κορυφαίο πολιτειακό παράγοντα προφανώς θα υπάρχουν άμεσες πολιτικές επιπτώσεις, ενδεχομένως και τα κίνητρα να είναι άμεσα συναγόμενα. Αλλά δεν παύει να είναι μια ανθρωποκτονία του κοινού ποινικού δικαίου που η τέλεσή της ή μη και  ο καταλογισμός της θα πρέπει να κριθούν με τους ίδιους ακριβώς όρους όπως και η δολοφονία κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι λιγότερο "ένοχος" ο δολοφόνος ενός πολιτικού, από τον δολοφόνο οποιουδήποτε άλλου ατόμου, άλλο αν -για διαφορετικούς πάντως λόγους- μπορεί να μην τους επιβληθεί η ίδια ποινή. Γι' αυτό θεωρώ ότι στην αξιολόγηση περί του εάν ένα έγκλημα είναι πολιτικό ή όχι μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη η διάκριση με βάση το έννομο αγαθό που θίγεται. Αν είναι ένα έννομο αγαθό που αφορά την ολότητα ή εάν είναι ένα έννομο αγαθό του ιδιώτη.

Αυτοί είναι, και μερικοί από τους λόγους για τους οποίους κάποιοι οι νομικοί δεν υποστηρίζουν την ύπαρξη ειδικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, όπως και άλλων χαρακτηριστικών περιπτώσεων εγκλημάτων με "πολιτικό" χρώμα. Θεωρούν δηλαδή ότι η κοινή νομοθεσία παρέχει επαρκή εργαλεία για να κρίνει τον δράστη ανεξάρτητα από τα πολιτικά του φρονήματα, κι επομένως από τους πολιτικούς του στόχους.  Μια τέτοια ανάγνωση, είναι όμως υπεραπλουστευτική, καθώς ένας ειδικός νόμος που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορεί πολύ συχνά να παρέχει καλύτερα εργαλεία τόσο στην δικαιοσύνη όσο και στους πολίτες, ακριβώς για την προστασία από οτιδήποτε θα μπορούσε να καθαγιαστεί ως "πολιτικό" έγκλημα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 08, 2014

Αθήνα 2014

Σήμερα η Αθήνα γνωρίζει άλλη μια μέρα διεθνούς προβολής, καθώς η χώρα αναλαμβάνει ένα καθήκον που φέρει κάθε κράτος μέλος της ΕΕ, την προεδρία του Συμβουλίου. 

Δεν είμαι υπέρ των ωραιοποιήσεων για την κατάσταση που βρισκόμαστε, ιδίως οι πιο ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, όταν επικοινωνώ με φίλους από άλλες χώρες. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται σε κάθε πτυχή τους. 

Πρέπει να λέμε όλη την αλήθεια για όσα ζούμε, διατηρώντας παράλληλα και την αξιοπρέπειά μας. Αυτό είναι πιο δύσκολο, από το να υπογραμμίζουμε περιγραφικά την δυστυχία που υπάρχει τριγύρω. Πρέπει να καταλάβουν όλοι ότι η χώρα υπάρχει, επειδή υπάρχουμε εμείς, οι πολίτες.

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014

Για το ληξιαρχείο του Δήμου Αθηναίων

Αν η πόλη "είναι" οι άνθρωποί της, τότε το ληξιαρχείο είναι ο πυρήνας της μνήμης του δήμου. Πολύ πιο πέρα από μια κοινή δημοτική υπηρεσία, το ληξιαρχείο είναι η πρωτογενής μορφή του αρχείου, το αέναο "βιβλίο" της ζωής και του θανάτου. Είναι η πρώτη και η τελευταία καταγραφή των προσωπικών δεδομένων όλων μας. Η ιερότερη, ίσως, διοικητική λειτουργία. 

Ως Συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης της Αθήνας, έχω διαμεσολαβήσει σε αιτήματα πολιτών για μεταβολές ή εγγραφές στοιχείων που, κάποτε, η γραφειοκρατία θεωρεί αδιανόητες ή επικίνδυνες. Πρόκειται για υποθέσεις που αφορούν αιτήματα όχι απλώς νομικά, αλλά υπαρκτικά: η μεταβολή ενός θρησκεύματος, η απόκτηση ενός επωνύμου που η πολίτης χρησιμοποιούσε πάνω από 30 χρόνια, η επισήμανση ενός δεύτερου γάμου σε υπόθεση διγαμίας, ο καθορισμός του επωνύμου του τέκνου άγαμων ζευγαριών, η έκδοση άδειας γάμου μελών θρησκευτικών ομάδων που δεν απολαμβάνουν του κρατικού εναγκαλισμού, η επανέκδοση άδειας γάμου μετά την ακύρωση της προηγούμενης λόγω καθυστέρησης του μελλόνυμφου να ταξιδεύσει στο εξωτερικό για τον γάμο, η εγγραφή τέκνου άγαμου ζευγαριού όταν η αλλοδαπή μητέρα αδυνατεί να προσκομίσει πιστοποιητικό αγαμίας από την εμπόλεμη χώρα που άφησε πίσω της, η διόρθωση της οικογενειακής κατάστασης του θανόντος ως εγγάμου καθώς δεν είχε καταστεί αμετάκλητη η απόφαση διαζυγίου, η έκδοση άδειας γάμου όταν έχει λήξει το διαβατήριο της μελλόνυμφης. Όλες βαθύτατα προσωπικές υποθέσεις που αξίζουν την μέγιστη δυνατή προσοχή κι ευαισθησία εκ μέρους των χειριστών.

Δεν έχω διαβάσει ακόμη το πλήρες κείμενο του πορίσματος των Επιθεωρητών - Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, για το οποίο εκδόθηκαν σήμερα επίσημες ανακοινώσεις. Θα το κάνω, με την ευλάβεια που επιβάλλει η υποχρέωση σεβασμού και προστασίας της ατομικότητας, κάθε πολίτη, χωριστά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 06, 2014

Υπέρ της απόφασης του Μισθοδικείου

Η απόφαση του μισθοδικείου με την οποία κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι αναδρομικές μειώσεις στους μισθούς των δικαστών επικρίθηκε, με το επιχείρημα ότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Ότι  επιβάλλει άνιση μεταχείριση, σε βάρος όλων των άλλων επαγγελματικών κλάδων.

Ανισότητα όμως, δεν είναι μόνο όταν κρίνεις διαφορετικά ανάμεσα σε όμοιες καταστάσεις (εργαζόμενοι είναι όλοι). Ανισότητα είναι και να κρίνεις όμοια καταστάσεις που είναι ανόμοιες (οι δικαστές πρέπει να είναι ανεξάρτητοι κι όχι υπάλληλοι του κράτους ή άλλων).

Οι δικαστές δεν πρέπει να έχουν κανέναν απολύτως λόγο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανατροπές της οικονομικής τους κατάστασης. Πρέπει βεβαίως να βιώνουν κι αυτοί τις συνθήκες που αφορούν όλη την κοινωνία, γεγονός που ήδη ισχύει με τις περικοπές των μισθών τους. Αλλά οι αναδρομικές μειώσεις που μπορούν να ανατρέψουν τον οικονομικό πρόγραμματισμό ενός δικαστή και να τον οδηγήσουν -για έναν τέτοιο λόγο!- σε θέση κατηγορουμένου είναι ένα ζήτημα που όντως αφορά την προσωπική ανεξαρτησία τους. Όταν ένας δικαστής "δεν βγαίνει", θα υποχρεωθεί, στην καλύτερη περίπτωση, να  αναζητήσει άλλες πηγές διατήρησης της κατάστασής του. Κι αυτό δεν θέλει κανείς μας να συμβαίνει με την υπόθαλψη της νομοθεσίας.

Αν κρίνουμε λοιπόν τους δικαστές, ως προς αυτό το θέμα, με τα κριτήρια που κρίνουμε όλους τους υπόλοιπους δημόσιους λειτουργούς που δεν είναι ανεξάρτητοι, αλλά υπάγονται στην ιεραρχία, τότε θα έχουμε κρίνει όμοια καταστάσεις ανόμοιες. Άρα, θα πρόκειται για άνιση μεταχείριση.

Για αυτό και το μισθοδικείο αποτελείται από άτομα που η πλειοψηφία τους δεν είναι δικαστές, ώστε η απόφασή τους να απολαμβάνει ενισχυμένης εγγύησης αμεροληψίας. Χωρίς να σημαίνει βέβαια ότι και το μισθοδικείο δεν κάνει λάθη. Αλλά δεν θα είναι πάντα λάθος ό,τι είναι αντίθετο στις αποφάσεις της Κυβέρνησης. 

Κυριακή, Ιανουαρίου 05, 2014

Πορνεία, οίκοι ανοχής, εργαζόμενοι στο σεξ, trafficking και κάτοικοι

Όταν υπερασπίζεσαι μόνο την μία πλευρά, τα πάντα φαίνονται αυτονόητα: έχουμε έναν αναχρονιστικό νόμο για τα εκδιδόμενα πρόσωπα, με συνταγματικά ανεξήγητους περιορισμούς (αριθμός εργαζόμενων, οικογενειακή κατάσταση συνεργατών κλπ), ένα σύστημα εκμετάλλευσης που πρέπει να αλλάξει. Αυτό το σύστημα επιτρέπει ακόμη και την απροκάλυπτη πολιτική εκμετάλλευση, όπως έγινε τον Μάιο του 2012, με την κρατική μηχανή να κυνηγάει, να κατακρεουργεί και να διαπομπεύει οροθετικά άτομα, με το πρόσχημα ότι ασκούσαν πορνεία, ενώ στην πραγματικότητα αυτό αφορούσε μόνο μία: την πρώτη συλληφθείσα. Η "ρετσινιά" της πορνείας τα καλύπτει όλα: "α, εντάξει, ήταν πόρνες". Ανεξάρτητα από όλα τα άλλα.

Από την ίδια πλευρά, υπάρχουν οι διεμφυλικοί, για τους οποίους, σε μεγάλο βαθμό η πορνεία είναι μονόδρομος. Αυτό τεκμηριώνεται από τις ημερίδες που έχουν οργανώσει μέχρι σήμερα οι ίδιες ως Σωματείο Υποστήριξης: στον εργασιακό τομέα οι τρανς δεν έχουν τις ίδιες αφετηρίες κι επιλογές σε σχέση με άλλες κοινωνικές ομάδες, ακόμη κι ευπαθείς. Ακόμη και σε περιόδους πλούτου κι ευμάρειας, δεν θα εύρισκαν εύκολα θέσεις εργασίας στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Αυτό επιβεβαιώνεται στατιστικά, με ψυχρούς αριθμούς (δεν είναι ένα "πολιτικό" συμπέρασμα). Οπότε, για τα διεμφυλικά άτομα, η πορνεία είναι μια κατάσταση πολύ σημαντική, καθώς σχετίζεται άμεσα με την επιβίωσή τους, ως κοινωνική ομάδα, αν όχι για καθεμιά προσωπικά.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένα άγριο σύστημα εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων, για το οποίο δεν επιτρέπεται να κλείνουμε τα μάτια. Χωρίς να μειώνεται η ευαισθησία μας για τους εργαζόμενους στο σεξ, αντιθέτως, ταυτόχρονα πρέπει κάθε φορά να τονίζεται ότι η εμπορία ανθρώπων είναι ποινικό αδίκημα και μάλιστα τόσο σοβαρό, ώστε ο νομοθέτης να έχει θεσπίσει ειδική θέση εισαγγελέα trafficking. Η διάκριση, λοιπόν, ανάμεσα στα δικαιώματα του sex worker και στις παρανομίες του trafficker είναι ουσιώδης για έναν συνεπή λόγο υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Και η διάκριση βασίζεται, στον πυρήνα της, σε μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή: την ύπαρξη ελεύθερης βούλησης. Εδώ όμως, κάπου, αρχίζει η ιδεολογική και φιλοσοφική     ανάλυση, η οποία μπορεί να θέσει μεν ωραία το θέμα, αλλά θα αναδείξει και τις διαφωνίες που μπορεί να μην το κλείσουν ποτέ. Και σίγουρα δεν είναι μια νομική συζήτηση.

Η ισορροπία, η πρακτική εναρμόνιση των υποχρεώσεων δικαιωμάτων επιβάλλεται μόνο μέσα από αυστηρές αλλά δίκαιες, δηλαδή relevant, προδιαγραφές. Όπως για όλα τα επαγγέλματα "υγειονομικού ενδιαφέροντος" έρχεται μια τυποποιημένη γραφειοκρατία - που η στρέβλωσή της περιέχει και διαφθορά - με διοικητικά καθορισμένες προϋποθέσεις, έτσι και για τους οίκους ανοχής πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές. Είναι άλλο ζήτημα η επαγγελματική ελευθερία και το δικαίωμα (ή ανάγκη, το ίδιο είναι) του ατόμου στο να εκδίδεται και είναι άλλο το ζήτημα της υποδομής των οίκων ανοχής. Όπως κάθε κατάστημα εστίασης, ιατρείο, κομμωτήριο κτλ πρέπει να έχει υγειονομικές προδιαγραφές, έτσι πρέπει να γίνεται και για τα πορνεία, προσαρμοσμένες βέβαια στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Δεν νοείται ο εργαζόμενος να υφίσταται τις συνέπειες από τις παραλείψεις του εργοδότη του. Επίσης,  ο πελάτης πρέπει να μπορεί να ασκήσει δικαιώματα από τον πάροχο της υπηρεσίας, όπως για κάθε υπηρεσία, όχι  να περιμένει τις "σκούπες" από την αστυνομία.

Αλλά οι προδιαγραφές αυτές πρέπει να αφορούν μόνο τις επιστημονικά τεκμηριωμένες προϋποθέσεις για την καλή και ασφαλή ενάσκηση αυτού του επαγγέλματος, όχι τις αντιλήψεις περί ηθικής ενός τύπου ανθρώπου που δεν θα αναζητούσε ποτέ αυτές τις υπηρεσίες. Παράλληλα, δεν θεωρώ λάθος την ύπαρξη αποστάσεων των οίκων ανοχής από κάποιες δομές, όπως σχολεία,  εκκλησίες κτλ. αφού ο σκοπός του νόμου πρέπει πάντα να είναι η ισορροπία και η εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Όταν βέβαια υπάρχουν πολλά σχολεία ή πολλές εκκλησίες, οι αποστάσεις γίνονται ασφυκτικές, αλλά και τότε πρέπει να υπάρχουν για να υπογραμμίζουν κάποτε και την υποκρισία μιας γειτονιάς που δεν θέλει τον οίκο ανοχής μπροστά στο σχολείο μεν, αλλά θα αναζητήσει τις υπηρεσίες του στο δεύτερο στενό. Και σίγουρα, όταν είναι τόσο ασφυκτικές ώστε να είναι στην πραγματικότητα αδύνατη η νόμιμη λειτουργία οίκου ανοχής, πρέπει να αλλάξει ο νόμος και να μικρύνουν οι αποστάσεις.Αλλά κι αυτό δεν είναι αυτονόητο: πρέπει να αποτελέσει συμπέρασμα συγκεκριμένων μελετών, όχι γενικόλογων διαπιστώσεων.

Δεν πρέπει επίσης να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα των γειτονιών της Αθήνας και άλλων πόλεων που δεν εφαρμόζεται καμία διάταξη του, αναχρονιστικού ούτως ή άλλως, νομικού πλαισίου, με αποτέλεσμα να αγανακτούν οι κάτοικοι, ή κάποιοι από αυτούς. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν υπάρχει κάποια υποχρέωση να θεωρείται η πορνεία ευχάριστη ή ουδέτερη δραστηριότητα από τους γείτονες των πορνείων. Μπορεί να είναι μια εν δυνάμει νόμιμη δραστηριότητα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επιφέρει από μόνη της αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων μιας γειτονιάς. Είναι υποκριτικό να περιφρονούμε τις συνέπειες που αυτό το αναποτελεσματικό νομικό πλαίσιο επιφέρει, τόσο για τους εργαζόμενους στο σεξ, όσο και για τους κατοίκους μιας περιοχής με πορνεία.  Το ότι διαμαρτύρονται οι κάτοικοι δεν τους φέρει αυτομάτως σε θέση υπεροχής, ώστε να υπάρχει μια αδικία στην οποία να πρέπει να πάρουμε μονομερώς το μέρος των οίκων ανοχής. Μπορεί οι κάτοικοι να είναι εξίσου θιγόμενοι με τους sex workers, έχοντας απέναντι τους traffickers, τον αδιάφορο νομοθέτη και τους αναποτελεσματικούς ελεγκτές.

Φυσικά, αν κάνουμε ένα δημοψήφισμα, κανείς δεν θα θέλει στη γειτονιά του οίκους ανοχής, κέντρα αποτοξίνωσης, κέντρα μεταναστών, νοσοκομεία. Αν βάλουμε στο ερώτημα του δημοψηφίσματος επίσης τα καφε μπαρ, τα κομμωτήρια, τα εστιατόρια και τα βιβλιοπωλεία, θα απορριφθούν και αυτά αβλεπί από τους κατοίκους. Είναι ευεξήγητο: οι κάτοικοι θέλουν να μπορούν να ζήσουν στο σπίτι τους με ηρεμία που απειλείται όταν στο κάδρο μπει η παροχή των υπηρεσιών. Οπότε, πράγματι, η άποψη των κατοίκων θα είναι εξ ορισμού και πάντα απορριπτική. Πέρα όμως από το "δημοψήφισμα", όταν οι κάτοικοι υπερασπίζονται το δικαίωμά τους όχι αορίστως, αλλά στη βάση μιας ανεφάρμοστης νομοθεσίας, αυτό που χρειάζεται είναι μεταρρύθμιση.


Όταν ανοίξει η διαδικασία της συζήτησης για την μεταρρύθμιση των κανόνων, θα πρέπει να ακουστούν και πάλι όλες οι πλευρές. Οι φορείς, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα σωματεία, αλλά και η τοπική κοινωνία. Το πρόβλημα για το ίδιο το κράτος είναι μην τυχόν και ανοίξει αυτή η συζήτηση, γιατί μετά οι ισορροπίες είναι πολύ δύσκολες και το πολιτικό κόστος μπορεί να είναι πολύ μεγάλο. Για μένα, τα εργαλεία διαφάνειας είναι λύση και σε αυτό: όχι μόνο διαβούλευση (με τον άναρχο τρόπο που γίνεται σήμερα και τις κραυγές αγραμμάτων), αλλά και διάθεση των υπαρχόντων στοιχείων για την εφαρμογή του νόμου και τις επιπτώσεις της. Ας ανοίξουμε όλα τα στοιχεία που υπάρχουν (Δήμοι, αστυνομίες, δικαστήρια, μ.κ.ο.), σωστά κατηγοριοποιημένα,  ελεύθερα προσβάσιμα  και τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους, σχεδόν από μόνα τους.  

Απόφαση Αρχής Προσωπικών Δεδομένων για εκλογές αρχηγού στην Κεντροαριστερά

Με μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που δημοσιεύθηκε σήμερα, η Αρχή έδωσε άδεια στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Διαδικασιών και Δεοντολογίας που λειτ...